7 γιατί η βία είναι μία αηδία
 


αύγουστος 05 2009 (ώρα:01.21)
 
   

Όταν ο Μονταίνιος καταφέρεται κατά τής βίας ένας πόλεμος μαίνεται γύρω του, και θα μαίνεται επί τριάντα πάνω-κάτω χρόνια. Η νύχτα τού αγίου βαρθολομαίου έγινε όταν ήταν στην ωριμότητά του μάλιστα, πλησίαζε να γίνει δηλαδή 40 χρόνων: (κατά σύμπτωση;) τότε ακριβώς αρχίζει να γράφει και τά Δοκίμια. Ήτανε ένας πόλεμος ευρωπαϊκός τυπικά ενδο-θρησκευτικού φανατισμού, αλλά φυσικά, όπως πάντα, για τήν πολιτική εξουσία. Η βία εναντίον ανθρώπων για τίς ιδέες τους ήταν (είμαστε στην καρδιά τής «αναγέννησης») νόμιμη, βάρβαρη, αηδιαστική και απόλυτα έγκυρη: οι φωτιές που καίγαν τούς ανθρώπους ζωντανούς ήταν - για να μην πω για τά άλλα, επίσης φριχτά, βασανιστήρια - μια απειλή πάνω απ` τό κεφάλι σου, που μπορούσε να σέ αγγίξει οποιαδήποτε στιγμή, όσο σπουδαίος κι αν ήσουνα:

ο Μονταίνιος πέθανε τόν σεπτέμβριο τού 1592: οκτώ χρόνια αργότερα, στις αρχές (κιόλας) (συμβολικά) τού 1600, οι παπάδες αποφάσισαν να κάψουν ζωντανό τόν Τζορντάνο Μπρούνο - έναν φιλόσοφο που (πέρα από τό πόσο σημαντικός είναι για μάς σήμερα) ήταν γνωστός κι αγαπητός τότε σε όλη τήν ευρώπη. Αυτό δεν τό έζησε ο Μονταίνιος αλλά φυσικό είναι να τό φοβόταν για τόν εαυτό του συνέχεια. Τό ότι ήταν άρχοντας και πλούσιος [ χαρακτηριστικά η καταγωγή του ήταν τυπικά ευρωπαϊκή, ήταν πρωτίστως βάσκος και δευτερευόντως γάλλος από τή μεριά τού πατέρα του, πρωτίστως εβραίος και δευτερευόντως πορτογάλος από τή μεριά τής μητέρας του ] τό ότι ήταν λοιπόν άρχοντας και πλούσιος σε καμία περίπτωση δεν θα τόν προστάτευε με σιγουριά. Έκανε επανειλημμένες δηλώσεις νομιμοφροσύνης μέσα από τά γραφτά του - απόλυτης υποταγής στον καθολικισμό και με επιχειρήματα από τά πιο αδύναμα και ανάξιά του. Αυτό άρκεσε για να τόν γλιτώσει από έναν φριχτό θάνατο και από φριχτά βασανιστήρια - άρκεσε για να γλιτώσει αυτόν, αλλά όχι τά γραφτά του. Ήδη μια πρώτη επίπληξη πήρε από τόν πάπα τό 1581 (έναν μόνο χρόνο μετά τήν 1η έκδοση τού βιβλίου του) (οι παπάδες διαβάζουν γρήγορα) γιατί τόλμησε να μιλήσει καλά για τόν Ιουλιανό - τόν γνωστό μας αποστάτη - αλλά και εξέφρασε και κάποια αντίθεση (καθόλου ήπια) προς τά βασανιστήρια. (Σαν απάντηση, λες, γι` αυτό, τό 1582 έκανε και 2η έκδοση). (Τό βιβλίο του πήγε πολύ καλά από εμπορική άποψη: τήν πρώτη έκδοση τήν έβγαλε μόνος του στην επαρχία του τό μπορντώ, αλλά για τήν δεύτερη είχε βρει ήδη στο παρίσι εκδότη). Τό έργο του μπήκε τελικά στον κατάλογο τών «απαγορευμένων» μετά θάνατον, τό 1676, όμως στην ισπανία ήτανε απαγορευμένο από τό 1640. Μιλάμε για τήν περίφημη Αναγέννηση στο αποκορύφωμά της. Και τήν λέμε Αναγέννηση (με τόσο καμάρι) επειδή σ` αυτήν ακριβώς εμφανίστηκαν τά μυαλά τών ανθρώπων που η Αναγέννηση βασάνισε και σκότωσε με ευρηματικά χυδαίους τρόπους. Τρόπους που προκαλούσαν πόνο σωματικό αβάσταχτο, και αυτό είναι που σαν ανθρώπους πάνω απ` όλα μάς ενδιαφέρει.

Υπάρχει ακριβώς βέβαια εδώ μια επιπλέον δεύτερη σημαντικότατη παράμετρος που επιτείνει τήν χυδαιότητα και τήν φρίκη: Σίγουρα για τόν πόνο μας υπεύθυνοι είναι - πάντοτε - οι άλλοι: όμως τόν ηθικό πόνο τόν ξεπερνάμε - αν τόν ξεπεράσουμε - μόνοι μας, σπίτι μας. Γλείφουμε τίς πληγές μας σαν τήν γάτα, γινόμαστε καλά και ξαναβγαίνουμε πάλι εκεί στον δρόμο. Υπάρχει μια ελάχιστη αξιοπρέπεια που μάς παραχωρείται εδώ. Στον σωματικό πόνο πρωταγωνιστούν σε όλο τό φάσμα του οι άλλοι, ενώπιόν τους τά θύματα ουρλιάζουνε επάνω στην πυρά, κι οι υπόλοιποι, οι αθώοι, μαζεύονται τριγύρω σου σαν πλήθος να σέ δούνε. Ήταν υποχρεωτικό μάλιστα τήν εποχή αυτή και να σέ βρίζουνε, τήν ώρα που σπαρτάραγες οικτρά: όποιος δεν έβριζε συλλαμβανόταν ως συνοδοιπόρος συμμορίτης άθεος αναρχικός ομοϊδεάτης: και λοιπά.

Βέβαια η βία προϋπήρξε τής Αναγέννησης, και ξέρουμε ότι συνεχίζεται μετά απ` αυτήν. Θα πρέπει να υποθέσουμε ότι αποτελεί μόνιμη συνοδό τής ιστορίας - τής πατριαρχίας όπως τήν ξέρουμε. Δεν πρόκειται να κάνω ιστορία όμως εδώ, δεν έχω ούτε τά φόντα, ούτε είμαι ιστορικός - τήν ζωή μου και τήν εποχή μου καλύτερα ξέρω: Αυτό με τό οποίο τά καλύτερα μυαλά τού πολιτισμού μας - φιλόσοφοι - συμφώνησαν απόλυτα, είναι ότι η βία - ο φόνος σαν τό ακραίο χαρακτηριστικό της - είναι προϊόν τού (ίδιου αυτού) πολιτισμού: η καθαρή αγριότητα όπως πολύ ωραία τό έθεσε ο χορκχάϊμερ (η σχολή τής φραγκφούρτης) δεν έχει φόνο. Μία από τίς πανουργίες όμως τού πολιτισμού είναι να αποδίδει τήν απαρχή τού φόνου, και μάλιστα τόν συμβολικά πιο πλήρη (τόν ατέλειωτο) φόνο (τόν κανιβαλισμό) στους άγριους: κατά κακή (τους) σύμπτωση μια από τίς ωραιότερες - και πρωιμότερες - υπερασπίσεις τής καθαρής αγριότητας, έγινε από τόν ίδιο τόν Μονταίνιο ο οποίος όμως (άγνοιες ή αντιφάσεις του όπως αυτή είναι που σηκώνουν χωριστή, και απολαυστική, διαπραγμάτευση) χρέωνε στην ίδια αυτή αγριότητα τόν κανιβαλισμό: τόν οποίο όμως συγκρίνοντας θεώρησε κατώτερη βία από αυτήν τών συγχρόνων του: τό δοκίμιο εκείνο είναι εξαιρετικό:

Είναι πολύ πιο ανθρώπινο, έγραψε, να τρως τόν εχθρό σου αφού τόν έχεις σκοτώσει, παρά να τόν τρως ζωντανό, όπως κάνουμε εμείς.

Και συνεχίζει με έναν από τούς ευφυέστερους λίβελλους κατά τών βασανιστηρίων.

[

Michel de Montaigne: Essais
[Michel Eyquem όπως ήταν τό πραγματικό του όνομα:]

Για τούς Καννίβαλους

...

Φοβούμαι ότι έχουμε μάτια πιο μεγάλα απ` τό στομάχι μας, και περισσότερη περιέργεια απ` όσην έχουμε αντίληψη. Αγκαλιάζουμε τό παν, αλλά δεν κρατούμε παρά αέρα.

...

γιατί οι εκλεπτυσμένοι άνθρωποι παρατηρούν και πιο προσεκτικά, και πολύ περισσότερα πράγματα - όμως τά σχολιάζουν: και, για να τονίσουν τή δική τους ερμηνεία και να τήν κάνουν πιο πειστική, αναγκαστικά αλλοιώνουν κάπως τήν Ιστορία: δεν σάς παρουσιάζουν ποτέ τά πράγματα καθαρά, παρά τούς δίνουν τή ροπή και τήν όψη με τήν οποία οι ίδιοι τά είδαν - και για να δώσουν στη γνώμη τους κύρος και να σάς κάνουν να τήν προσέξετε προσθέτουν συνήθως τά δικά τους γύρω από τό θέμα, τό μακραίνουν και τό διευρύνουν.

...

Λοιπόν, για να ξαναγυρίσω σ` αυτό που θέλω να πω, βρίσκω πως δεν υπάρχει τίποτε τό βάρβαρο και τό άγριο σ` αυτούς τούς λαούς, σύμφωνα με όσα μού ανάφεραν σχετικά, εκτός από τό ότι ο καθένας ονομάζει βαρβαρότητα ό,τι είναι έξω από τίς συνήθειές του: πραγματικά, φαίνεται πως δεν έχουμε άλλο κριτήριο για τήν αλήθεια και τή λογική από τό παράδειγμα και τήν εικόνα τών αντιλήψεων και τών συνηθειών τού τόπου όπου βρισκόμαστε. Εκεί είναι πάντοτε η τέλεια θρησκεία, τό τέλειο πολίτευμα, ο τέλειος και πιο άψογος τρόπος με τόν οποίο γίνεται τό κάθε πράγμα. Αυτοί είναι άγριοι, τό ίδιο όπως εμείς ονομάζουμε άγρια τά φρούτα /.../

...

Κι όμως, παρ` όλα αυτά, η ιδιαίτερη γεύση και η νοστιμιά από μερικά φρούτα τών χωρών εκείνων /.../ είναι, και για τό γούστο μας ακόμη εξαιρετική /.../ Έχουμε τόσο παραφορτώσει τήν ομορφιά και τόν πλούτο τών έργων τής φύσης με τίς επινοήσεις μας, που τήν έχουμε πνίξει εντελώς.

...

Αυτοί οι λαοί μού φαίνονται λοιπόν μ` αυτήν τήν έννοια βάρβαροι, ότι πήραν πολύ λίγα μαθήματα απ` τό ανθρώπινο πνεύμα και βρίσκονται ακόμα πολύ κοντά στην αρχική τους φυσική κατάσταση. Οι φυσικοί νόμοι τούς κυβερνούν ακόμη, ελάχιστα νοθευμένοι απ` τούς δικούς μας: διατηρούνται δε σε μια τέτοια καθαρότητα, που μέ πιάνει κάποτε θλίψη που δεν τούς γνωρίσαμε νωρίτερα, τόν καιρό που υπήρχαν άνθρωποι που θα μπορούσαν να τούς κρίνουν καλύτερα από μάς. Μέ λυπεί που ο Λυκούργος και ο Πλάτων δεν τούς γνώρισαν /.../

ο Μονταίνιος
(πορτραίτο του στη δημοτική βιβλιοθήκη
τού μπορντώ)

δεν υπάρχει κανένα είδος συναλλαγής, καμμιά γνώση τών γραμμάτων, καμμιά γνώση τών αριθμών, κανένα όνομα δικαστικής ή πολιτικής εξουσίας, καμμία συνήθεια να υπάρχουν δούλοι, πλούσιοι ή φτωχοί, καθόλου συμβόλαια, καθόλου κληρονομιές, καθόλου μοιράσματα, και καθόλου ασχολίες εκτός από άκοπες: όπου δεν αναγνωρίζουν συγγένειες, κοινούς δεσμούς, δεν έχουν ενδύματα /.../ ακόμα και τίς λέξεις που σημαίνουν τό ψέμα τήν προδοσία τήν υποκρισία τήν τσιγγουνιά τή ζήλεια τήν κακολογία τή συγγνώμη, δεν τίς ακούς.

...

Όλη τήν ημέρα τήν περνούν χορεύοντας /.../ Υπάρχει κάποιος απ` τούς γέρους, που τό πρωί, πριν αρχίσουν να τρώνε, κηρύσσει σ` όλους μαζί /.../ δεν τούς συνιστά παρά δυο πράγματα: τήν ανδρεία κατά τών εχθρών και τή φιλία με τίς γυναίκες τους. Και δεν παραλείπουν ποτέ να επισημάνουν αυτή τους τήν υποχρέωση, με τό ρεφραίν, ότι είναι αυτές που διατηρούν τό ποτό τους χλιαρό και νόστιμο.

...

Ο προφήτης αυτός τούς μιλάει δημόσια, παρακινώντας τους στην αρετή και στο καθήκον τους: αλλά ολόκληρος ο ηθικός τους κώδικας δεν περιέχει παρά αυτά τά δύο άρθρα: τήν αποφασιστικότητα στον πόλεμο και τή στοργή προς τίς γυναίκες τους.

...

Αφού για πολύ καιρό περιποιηθούν έναν αιχμάλωτό τους, και μ` όλες τίς ανέσεις που μπορεί να φανταστεί, αυτός που είναι τώρα κύριός του, κάνει μια μεγάλη συγκέντρωση απ` τούς γνωστούς του, δένει ένα σχοινί στο ένα χέρι τού αιχμαλώτου /.../ και δίνει στον πιο αγαπητό του φίλο τό άλλο χέρι να τό κρατά /.../ κι οι δυο τους, μπρος στα μάτια όλων τών παρισταμένων, τόν σκοτώνουν με τά ξίφη τους. Ύστερα απ` αυτό, τόν ψήνουν και τόν τρώνε όλοι μαζί /.../

...

Δεν στενοχωριέμαι για τό ότι επισημαίνουμε τή φριχτή βαρβαρότητα που υπάρχει σε μια τέτοια πράξη, αλλά βέβαια για τό ότι, ενώ κρίνουμε σωστά τά σφάλματά τους, είμαστε τόσο τυφλωμένοι μπρος στα δικά μας. Νομίζω ότι υπάρχει περισσότερη βαρβαρότητα στο να τρως έναν άνθρωπο ζωντανόν απ` τό να τόν τρως πεθαμένον, στο να ξεσχίζεις, με μαρτύρια και βασανιστήρια, ένα σώμα με ακέραιες ακόμα τίς αισθήσεις του, να τό σιγοψήνεις, να βάζεις τά σκυλιά και τά γουρούνια να τό δαγκώνουν και να τό μωλωπίζουν (όπως όχι μόνον τό διαβάσαμε, αλλά και τό είδαμε κι είναι πρόσφατο στη μνήμη μας, όχι ανάμεσα σε παλιούς εχθρούς, αλλ` ανάμεσα σε γείτονες και συμπολίτες, και τό χειρότερο, κάτω απ` τόν μανδύα τής ευλάβειας και τής θρησκείας) απ` τό να τό ψήνεις και να τό τρως αφού πεθάνει.

...

Μπορούμε λοιπόν σωστά να τούς ονομάζουμε βάρβαρους, όσον αφορά τούς κανόνες τής λογικής, αλλ` όχι σε σύγκριση με μάς, που τούς ξεπερνάμε σε κάθε είδους βαρβαρότητα.

...

Η αξία και η υπόληψη ενός ανθρώπου εξαρτάται απ` τό θάρρος και τή θέληση, εκεί βρίσκεται η αληθινή του τιμή. Ανδρεία είναι η αντοχή όχι στα πόδια και στα μπράτσα, αλλά στο φρόνημα και στην ψυχή: δεν έγκειται στην αξία τού αλόγου μας ή τών όπλων μας, αλλά στη δική μας. Όποιος πέφτει εμμένοντας στο φρόνημά του - «si succiderit, de genu pugnat» ^ - όποιος, μπροστά σ` οποιονδήποτε κίνδυνο να πεθάνει ύστερα από λίγο, δεν χάνει ούτε στιγμή τό θάρρος του, κι ακόμα όποιος κοιτάζει, ξεψυχώντας, τόν εχθρό του μ` ένα βλέμμα σταθερό και περιφρονητικό, χτυπιέται όχι από μάς, αλλά από τήν τύχη: σκοτώνεται, δεν νικιέται.

Οι πιο γενναίοι είναι μερικές φορές οι πιο άτυχοι άνθρωποι.

Γι` αυτό υπάρχουν ήττες που είναι εξίσου λαμπρές με τίς νίκες. Ουδέποτε αυτές οι τέσσερις αδελφές νίκες, οι πιο ωραίες που ο ήλιος ποτέ αντίκρυσε, τής Σαλαμίνας τών Πλαταιών τής Μυκάλης και τής Σικελίας, τόλμησαν ν` αντιτάξουν όλη τους τή δόξα μαζί, στη δόξα τής καταστροφής τού βασιλιά Λεωνίδα και τών δικών του στο στενό τών Θερμοπυλών.

...

χειρόγραφο τού Μονταίνιου πάνω στο τυπωμένο του βιβλίο:
προσθήκες και διορθώσεις
στην τέταρτη έκδοση, τού 1588, απ` τήν οποία προέκυψε
τό κείμενο που έχουμε σήμερα («αντίτυπο τού μπορντώ»)

βιβλιοθήκη τού μπορντώ

Έχω ένα τραγούδι που έφτιαξε ένας αιχμάλωτος, όπου υπάρχει τό εξής ωραίο: ότι τούς καλεί να έρθουν θαρρετά όλοι τους και να συγκεντρωθούν για να δειπνήσουν απ` αυτόν: γιατί θα φάνε μαζί και τούς πατέρες τους και τούς προγόνους τους, που χρησίμεψαν για τροφή στον ίδιον και έθρεψαν τό σώμα του. «Αυτοί οι μύες, λέει, αυτή η σάρκα κι αυτές οι φλέβες είναι οι δικές σας, καημένοι μου τρελλοί: δεν καταλαβαίνετε ότι μέσα σ` αυτά η ουσία απ` τά μέλη τών προγόνων σας βρίσκεται ακόμα; Να τά φάτε ωραία, θα `ναι η γεύση τής ίδιας σας τής σάρκας». Εύρημα που δεν μυρίζει καθόλου βαρβαρότητα /.../ Χωρίς ψέματα, νά μερικοί πολύ άγριοι άνθρωποι σε σύγκριση με μάς - διότι θα πρέπει αυτοί οπωσδήποτε να είναι, αφού δεν είμαστε εμείς /.../

...

κι έχω κι ένα άλλο, ένα τραγούδι ερωτικό που αρχίζει ως εξής: «φιδάκι στάσου, στάσου φιδάκι να πάρει όλα τά σχέδια που `χεις επάνω σου η αδελφή μου, και να τά αντιγράψει και να τά κεντήσει στο ακριβό σειρήτι που `θελα τόσο πάντα εγώ να τό χαρίσω στην αγαπημένη φίλη μου: κι είθε τήν ομορφιά και τήν ευλυγισία σου να προτιμούνε αιώνια οι άνθρωποι απ` όλα τ` άλλα φίδια». Αυτή είναι η πρώτη στροφή τού τραγουδιού κι είναι και τό ρεφραίν του. Κι έχω αρκετά πάρε-δώσε με τήν ποίηση για να κάνω τήν εξής κρίση: ότι όχι μόνο δεν υπάρχει τίποτα τό βάρβαρο σ` αυτή τή σύλληψη, αλλά και ότι είναι εντελώς ανακρεοντική. Η γλώσσα τους, εξάλλου, είναι μια γλώσσα γλυκιά κι έχει έναν ήχο ευχάριστο, που θυμίζει πολύ τίς καταλήξεις τής αρχαίας ελληνικής.

Μην ξέροντας πόσο ακριβά θα τούς στοιχίσει /.../ κι ότι απ` τήν γνωριμία τους με μάς θα έλθει κι η καταστροφή τους - που καθώς υποθέτω έχει κιόλας αρκετά προχωρήσει - τρεις απ` αυτούς, πραγματικά αξιολύπητοι που αφέθηκαν να τούς ξεγελάσει η επιθυμία τού νεωτερισμού και που άφησαν τόν γλυκό ουρανό τής πατρίδας τους για νάρθουν να δουν τόν δικό μας, βρέθηκαν στην Ρουέν τόν καιρό που ο μακαρίτης τώρα βασιλιάς Κάρολος ο ένατος βρισκότανε εκεί. Και μίλησε μαζί τους πολλή ώρα ο βασιλιάς, και τούς δείξαμε τόν τρόπο τής ζωής μας, και τή μεγαλοπρέπειά μας, και τήν όψη μιας ωραίας πόλης. Ύστερα, κάποιος τούς ζήτησε τήν γνώμη τους, ώστε να μάθει τί είχαν βρει τό περισσότερο αξιοπερίεργο: απάντησαν τρία πράγματα απ` τά οποία ξέχασα τό τρίτο και πολύ λυπάμαι γι` αυτό, θυμάμαι όμως ακόμη τ` άλλα δύο. Είπαν πως εύρισκαν καταρχάς πάρα πολύ παράξενο τό ότι τόσοι άντρες, ψηλοί και με γενειάδα και δυνατοί και οπλισμένοι που ήτανε γύρω απ` τόν βασιλιά, (μάλλον θα πρέπει να εννοούσανε τούς ελβετούς που είναι η φρουρά του) είχαν καταδεχτεί να υπακούουν ένα παιδί και δεν διαλέξανε έναν από αυτούς τούς ίδιους για να κυβερνάει - και δεύτερον (στη γλώσσα τους αυτοί οι άνθρωποι έχουν έναν τρόπο να μιλάνε για τούς ανθρώπους, σαν να `ναι ένα πράγμα ολόκληρο που με τίς περιστάσεις χωρίζεται σε δύο μισά μέρη) είπανε πως παρατηρήσανε ότι υπήρχανε ανάμεσά μας άνθρωποι χορτάτοι απ` όλα και που ζούσανε με όλες τίς ανέσεις, ενώ τά άλλα τους μισά μέρη ζητιάνευαν στις πόρτες τους, σα σκελετοί από τήν πείνα και τή φτώχεια - και ότι τό `βρισκαν παράξενο που τούτα δω τά φτωχά μισά μέρη μπορούσαν να υποφέρουν μια τέτοια αδικία και που δεν έπιαναν τούς άλλους από τόν λαιμό ή που δεν έβαζαν φωτιά στα σπίτια τους.

Μίλησα μ` έναν απ` αυτούς πάρα πολλήν ώρα (αλλ` είχα έναν διερμηνέα που τόν εμπόδιζε τόσο πολύ η βλακεία να καταλάβει τίς σκέψεις μου /.../ )

...

Όλα αυτά δεν είναι άσχημα: αλλά τί τά θες, παντελόνια δεν φοράνε!

Michel de Montaigne: Essais
(εκδόσεις (με εξώφυλλο - εκ τών ενόντων - δικό μου!) κάλβος 1979,
μετάφραση
* ,
εισαγωγή και σημειώσεις: θανάση νάκα)

^ από τόν Σενέκα: «και πεσμένος μάχεται με τά γόνατα» (για μια περίοδο τής ζωής του ο Μονταίνιος ήταν οπαδός τών στωικών και τού άρεσε ιδιαίτερα ο Σενέκας - εξάλλου τά γραφτά του είναι γεμάτα από αποσπάσματα λατινικά κυρίως γιατί μολονότι ελληνικά δεν ήξερε σχεδόν καθόλου και τά έργα τών φιλοσόφων που αγαπούσε από τήν ελλάδα τά διάβαζε σε λατινικές μεταφράσεις (και έτσι τόν επίκουρο τόν γνώρισε κυρίως μέσω τού λουκρήτιου) τά λατινικά ήταν, όπως έλεγε, η μητρική του γλώσσα - κι όταν τού ξέφευγαν αυθόρμητες κουβέντες, φώναζε ή έβριζε μόνο λατινικά: αυτό οφείλεται στην ανατροφή που αποφάσισε να τού δώσει ο πατέρας του ο οποίος τού είχε από μικρόν δίπλα του έναν γερμανό που δεν ήξερε καθόλου γαλλικά και τού μιλούσε από τήν αρχή μόνο λατινικά. Έτσι κουτσοέμαθαν λατινικά, όπως μάς λέει, και οι άλλοι μέσα στο σπίτι, για να μπορούν να συνεννοούνται, στοιχειωδώς έστω, και για τά απαραίτητα καθημερινά, μ` αυτόν τόν δάσκαλο. Τά γαλλικά του τά έμαθε μετά τά έξη, όταν πρωτοπήγε στο σχολείο) : δεν είμαστε μόνοι στον κόσμο < που «οι μεγαλύτεροι ποιητές μας δεν ξέραν ελληνικά» > - που κι αυτή η φράση - για τόν Σολωμό ή τόν Κάλβο και τόν Καβάφη όπως ξέρετε ειπώθηκε - είναι απελπιστικά άστοχη: αυτοί ξέραν ελληνικά, τού Σολωμού ήταν η μητρική του γλώσσα και σ` αυτήν πρωτομίλησε, και τού Κάλβου και τού Καβάφη επίσης: ελληνικά τούς μιλούσε η μάνα τους: απλώς οι μετέπειτα σπουδές τους αυτών γίναν - αντίστροφα απ` ό,τι στον Μονταίνιο - σε μία ξένη γλώσσα.

*(άλλαξα δυο-τρεις λέξεις στη μετάφραση καθώς τό αντέγραφα τώρα για σάς) ]

Τό ότι η κακία, ο φόνος και η βία, είναι προϊόν τής πολιτισμένης συνείδησης αποτέλεσε νευραλγικό κέντρο τής ψυχανάλυσης. Προσωπικά πιστεύω ότι είναι αδύνατον να θέλεις να προξενήσεις πόνο, αν δεν έχεις γνωρίσει τόν πόνο: Όμως, βρισκόμαστε μέσα στην ιστορία για τά καλά : θεωρείται δεδομένο ότι ο πολιτισμός αποτελείται από σκαλοπατάκια χρονολογιών που δείχνουνε πολέμους: αδυνατούμε να σκεφτούμε εποχή κατά τήν οποία δεν τρωγόμαστε αλληλοδιαδόχως: έχουμε συγκροτήσει τή σκέψη μας και έχουμε αναπτύξει τή φιλοσοφία - που ένα σεβαστό της κομμάτι ισχυρίζεται ότι ο πόλεμος είναι όχι μόνο «αναγκαίο» κακό, αλλά και «δημιουργικό»: οι συγκρούσεις γεννάν τήν πρόοδο: παραβλέπει αμέσως κανείς φυσικά δύο πράγματα: ότι οι «συγκρούσεις» δεν εξυπονοούν αυτονόητα φονικά, και ότι η ίδια η παρηγοριά που νιώθουμε όταν μιλάμε για «πρόοδο» δείχνει περίτρανα πως ό,τι καλύτερο αυτή σημαίνει, είναι ό,τι μάς λείπει. (Δεν αγωνίζεσαι με τόσο άγριο τρόπο να κατακτήσεις κάτι εάν τό έχεις ήδη). Τό αυτονόητο τής φιλοσοφίας (και τής τέχνης, πάνω απ` όλα) ότι δεν έχουμε βέβαια φτάσει καν κοντά στην ευτυχία, προβάλλει ολοζώντανο πάνω στην ίδια τήν επίκληση τής χρησιμότητας συγκρούσεων για να τήν φτάσουμε: κάποιοι υπερασπίζονται μάλιστα τή φρίκη μιας υπόθεσης, ότι είναι δημιουργική η καταδίκη μας στη δυστυχία.

Αλλά για τίς θεωρητικές πολυλογίες που στηρίζουνε κάθε αισθητική πολυλογία θα ήταν μάταιο να πολυλογίσουμε.

Παράβλεψα συνειδητά ασφαλώς τήν ιστορία αυτών τών λέξεων στον Ηράκλειτο < - εάν αυτός ο «σκοτεινός» μιλά για πόλεμο δεν είναι σίγουρο ότι μιλάει βέβαια και για κανιβαλισμό: η σκέψη του - ελάχιστη, όπως μάς διασώθηκε - μάς δικαιώνει όταν πούμε ότι μιλάει για θεωρητικές συγκρούσεις ιδεών, δηλαδή συμφερόντων. > Μια πιο απροκάλυπτη περιφρόνηση προς τήν αχόρταγη απόκτηση ή κατάποση άλλων σωμάτων (ή αγαθών) έχουμε στον Επίκουρο - όχι τυχαία επειδή εκείνος ακριβώς υπερασπίστηκε τήν ηδονή με τρόπο και ξεκάθαρο και διαλεκτικό από τούς λίγους - αλλά αυτό τό ήρεμο και χαμογελαστό θηρίο ήταν απόλυτα οργανωμένο και οργισμένο και συνειδητό: προσπάθησε να προστατέψει τήν χαρά με κάθε μέσο, κι αυτός ήταν ο μόνος πόλεμος με τόν οποίο συμφώνησε: η ιδιοκτησία και πραγμάτων και ανθρώπων δεν οδηγεί στην ευτυχία, ήταν σε πρώτο επίπεδο τό ένα μάθημα: δεν είν` τυχαίο επομένως που ο μαρκούζε συνδύασε, απ` τήν αρχή τής φιλοσοφικής καριέρας του τόν φροϋδισμό και τόν μαρξισμό με τόν επίκουρο. (Να συμπληρώσω εν παρενθέσει ότι ο επίκουρος αναδεικνύεται πραγματικά σε κεντρική μορφή τής επαναστατικής πολυλογίας εάν σκεφτούμε ότι κι ο ίδιος ο μαρξ στην αρχή τής φιλοσοφικής του καριέρας πάλι με τόν επίκουρο ασχολήθηκε - αλλά για τίς διαφορές με τίς οποίες αυτό τό θηρίο ενδιέφερε και τόν μαρξ και τόν μαρκούζε, ίσως τά πούμε άλλη φορά). Η περιφρόνηση πάντως τού επίκουρου προς τούς πολέμους μιας αλλοτριωμένης κοινωνίας (ή μιας «φθαρμένης» ζωής) συμπυκνώνεται σίγουρα τελικά σ` εκείνο τό περίφημο «να ζεις σαν άγνωστος» (τόσο πραγματικά άγνωστο, και ακατανόητο στον καιρό μας): όμως αυτή η περιφρόνησή του για τό «πλατύ κοινό» (αυτουνού, που δεν τού έλειψε η αγάπη όλων πραγματικά τών άλλων γύρω του) (και τόν αγάπησαν εκτός από τούς άλλους σκλάβους και οι γυναίκες, αφού ήταν ο μόνος - φιλόσοφος - και τί φιλόσοφος - που αρνήθηκε τό εναντίον τους καθιερωμένο (μέχρι και σήμερα) (βίαιο) μίσος), τό «λάθε βιώσας» τού επίκουρου σηματοδοτεί λοιπόν τήν άρνησή του να υπάρξει πολίτης στων «ιδεών τού πολέμου» τήν πόλη.

Αλλά κι η εποχή του ήταν όντως άχαρη κι αχάριστη - δεν έζησε και σε καμιά ξεκάθαρη έστω κουτσή δημοκρατία -

Οι «ειρηνιστές» (εκτός από τίς εποχές που, επειδή γίνονται πολλοί, έγιναν (θεωρούνται ακόμα) επικίνδυνοι) αντιμετωπίζονται σωστά ως αφελείς και ανεδαφικοί και με χλεύη.

Αυτό θα `πρεπε να `ναι και τό μεγαλύτερο καμάρι τους: Μόνο ό,τι χλευάζεται ως αφελές μπορεί - και έχει όλο τό δίκιο δηλαδή - κάποτε και να θριαμβεύσει: Η πιο εύκολη υποστήριξη τής βίας είναι ότι αποτελεί απάντηση σε μια άλλη - προϋπάρχουσα - βία. Θα `πρεπε να `μαστε στην εποχή που αυτό έχει αποδειχτεί τόσο σωστό όσο και μάταιο δίκιο, αλλά δεν είμαστε ακόμη: Μαθαίνουμε πολύ αργά, και πάνω μόνο στο προσωπικό πετσί, τό αυστηρά δικό μας.

{ Αλλά, οι εμπειρίες τών άλλων, ώς πότε θαν` ανίκανες να μάς διδάξουν; Βέβαια πρέπει να πει κανείς ότι οι συνθήκες - και παντοδύναμες και ειρωνικές αιώνια - μάς αναγκάζουνε καμιά φορά να κάνουμε διακρίσεις, δηλαδή συμβιβασμούς, μόνο που πρέπει να τούς βλέπουμε με καθαρή ματιά: [ όπως ξεκάθαρα είπε και ο μαρκούζε (κάπου τό `69) όταν τόν ρώταγαν επίμονα γιατί υποστήριζε θεωρητικά τό κίνημα (εκείνο τής απελευθέρωσης) που εναντίον τής βίας όπως ήτανε, και τού πολέμου, κατέληγε εντούτοις μερικές φορές σε βία (εναντίον αστυνομικών): «πρέπει να ξεχωρίζουμε τούς επιθετικούς πολέμους από τούς αμυντικούς» ] [ κι ας μην ξεχνάμε κι ότι στη συνέντευξη που έδωσε ο αντόρνο σ` ένα έντυπο (δεν θυμάμαι τώρα ποιας χώρας) (τότε εμείς είχαμε χούντα) αναγκασμένος ν` απαντήσει στην ερώτηση αν όσα έλεγε κατά τής βίας (η γερμανία ήτανε τότε μέσα στο αντάρτικο τών πόλεων) ισχύαν και για τήν ελλάδα, αυτός απάντησε αμέσως «για τήν ελλάδα όχι, τώρα όχι, δεν θα τό `λεγα» ]. Μένει σε μάς να ξέρουμε πότε με άλλα λόγια μπορεί όντως να αντιδράσουμε αλλιώς. (Δεν μάθαμε όμως καθόλου να έχουμε εμπιστοσύνη στην ατέλειωτη τή δύναμη που έχουν οι επιλογές μας και οι απολύτως άοπλες οι (καθημερινές) οι πράξεις μας - στο αν θα πάμε στη δουλειά, στο αν θα αγοράσουμε και κάποια πράγματα, στο αν θα βλέπουμε τηλεόραση και θα ψηφίζουμε και θα είμαστε έτοιμοι και να σκοτώσουμε, και ποιούς, και άλλα, κι άλλα...) [ Αν όμως δούμε και τίς περιπτώσεις που μια αντίσταση αναπτύχθηκε και αποφασισμένα αβίαστη και απόλυτα ειλικρινής (όπως στην ινδία) τότε ίσως πράγματι αυτή σαν όπλο να `ναι κυριολεκτικά πιο τρομερή - όχι μόνο γιατί έχει αναντίρρητα αποτελέσματα, αλλά και διότι τό αποφασισμένο μίσος κατά τής βίας αποδείχτηκε ότι μπορεί όντως να πλήξει ένα σύστημα πολύ πιο εκνευριστικά και να τό φέρει σε τεράστια αμηχανία μάλιστα διεθνώς, και φυσικά να αποτελεί κι ένα παράδειγμα ες αεί. ]

Είναι ελεύθερος κανείς βεβαίως να σκεφτεί σε τί τεράστια αμηχανία διεθνώς μπορούν να περιέλθουν όλα δηλαδή τά έθνη αν μία τέτοια αποφασισμένη αντίσταση κατά τών φόνων γίνει διεθνής - }


Αλλά ας μιλήσουμε καθαρά : η απέχθεια κατά τής βίας είναι τό πιο σοβαρό όπλο εναντίον αυτού τού πολιτισμού, όχι μόνο γιατί γυμνώνει τά ρεαλιστικά επιχειρήματα και ακυρώνει τά υπέρ-ρεαλιστικά κέρδη κάθε βιομηχάνου όπλων, αλλά γιατί πάνω απ` όλα δυναμώνει και νομιμοποιεί τόν εαυτό μας - ως ρεαλιστών που επιδιώκουν τήν καθαρή ευτυχία, - σ` αυτή τή ζωή: η απέχθεια κατά τής βίας σημαίνει πρώτ` απ` όλα έναν εαυτό που είναι τόσο ρεαλιστής ώστε να μην θέλει να συρρικνωθεί, ούτε και να πεθάνει: τό ότι η βία είναι αηδιαστική μόνο αν τό νιώθεις μπορείς να τό υπερασπιστείς - τό να τό καταλάβεις είναι όχι μόνο λίγο, αλλά και αναποτελεσματικό: περισσότερα σέ σπρώχνουν γύρω σου να διαπιστώσεις ότι η βία είναι αιώνια, και μόνο αν πάρεις κι εσύ μέρος, μπορείς να τήν αντιστρέψεις. Τό ότι η αντιστροφή αυτή θα είναι εις βάρος σου, γιατί θα γίνει μόνο από τή στιγμή που θα `χεις αποφασίσει ήδη να αφαιρέσεις από τόν εαυτό σου τά μεγαλύτερά του κομμάτια - αυτή η επίγνωση τού ολόκληρου εαυτού σου, και τής ηδονής που ενυπάρχει σ` αυτό τό ολόκληρο - είναι τό μόνο που μπορεί να σέ οδηγήσει σε μια αίσθηση ναυτίας από τήν βία - τήν βία που θ` ασκήσεις ο ίδιος εννοώ: η αηδία είναι ιδεολογικό και πολιτικό όπλο - γι` αυτό και δεν (πρέπει να) θεωρείται σαν τέτοιο: η ναυτία είναι «υπαρξιακό» φαινόμενο, και συνεπώς πρέπει να παραμείνει στον χρυσελεφάντινο πύργο της - μέσα σου, μακριά από τήν πρακτική ζωή, που σέ θέλει περήφανα μισό, δυναμικά ευνουχισμένο, πολιτισμένα νεκρό.

Η αθανασία τού έρωτα είναι όπως φαίνεται αιώνια απάτη.

Η βία ως απελπισμένο υποκατάστατο τής ηδονής (δεν είναι τυχαίο ότι συνοδεύει πάντοτε τήν εικόνα τού δυσαρεστημένου έρωτα κι ότι μια ερωτική πράξη άνευ αυτής δύσκολα εικονογραφείται στο συλλογικό ασυνείδητο ως βιασμός) (τότε σχεδόν πάντοτε κατά τών γυναικών) (ή αντρών εάν δηλώσουν ότι θέλουν να ταυτίζονται με τίς γυναίκες) διατρέχει ιδεολογικά όλα τά χρόνια τής πολιτισμένης (μας) ζωής: η υποκατάσταση συμπυκνώνεται (γλωσσικά) στην άκαμπτη κι απόλυτη μετατροπή κάθε λέξης που μπορεί να συνοδεύει μια ερωτική πράξη σε λέξη απειλητική, εχθρική, τελικά υβριστική, συμβολισμό τιμωρίας: θα σέ γαμήσω, μέ γάμησε, γαμηθήκαμε, γάμησέ τα, γάμησέ την, γαμώτο. Εσχάτως υπάρχουν και τά αντίθετα: γαμιστερός και γαμάτος και «είσαι και γαμώ». Να δούμε πού θα πάνε αυτά, και αν προέρχονται από κάτι ριζικά διαφορετικό. Θα `λεγα ότι ένας μελλοντικός γλωσσολόγος (μελλοντική γλωσσολόγα μάλλον) θα διάβαζε κατά τήν εκφώνηση τών ήχων αυτών (έχουμε μαγνητόφωνα πια αλλά και βίντεο στην υπηρεσία μας), όχι μόνο τούς τόνους τής φωνής, αλλά και τίς εκφράσεις: Μάλλον θα `βλεπε τότε και πάλι τήν έννοια τής χαιρέκακης και αυτάρεσκης ειρωνείας και τιμωρίας να ενεδρεύει. Μόνο οι ερωτευμένοι μπορούν να χρησιμοποιούν τίς «βρώμικες» λέξεις με καθαρή αθωότητα.

Αυτό είναι και η μόνη ελπίδα: οι άνθρωποι που αγαπούν να είναι ερωτευμένοι χωρίς να μισούν τόν πόνο ή τήν απόγνωση που καμιά φορά θα τούς συνοδεύει: αγαπώ τόν έρωτα σημαίνει αγαπώ τήν κατάσταση, και για τήν ακρίβεια: ακόμα κι αν μέ πονάει, μού είναι απαραίτητη. Η αυτόματη μετατροπή σε μίσος τού αισθήματος μετά από μια ερωτική απόρριψη - ή άλλη δυστυχία - δύσκολα θα `βρισκα άλλην στον έρωτα - δεν σημαίνει παρά μόνο ότι και τό αρχικό αίσθημα ήτανε ήδη παραπλανημένο. (Εξαυτού πιθανώς κι η απόρριψη ; ) Και μια και θέλουμε να κολακεύουμε τόσο τούς αρχαίους ημών προγόνους, ας τούς διαβάζουμε τουλάχιστον καλά : ο έρωτας παίζει σαν παιδί, τά όπλα του είναι σοβαρά, αλλά η διάθεσή του αστεία : επιπλέον είναι άντρας μόνο όταν είναι παιδί, και ακόμα πιο επιπλέον μόνο όταν είναι παιδί κρατάει τά όπλα ενός άντρα. Και φυσικά ακόμα και στον προχωρημένο μας πολιτισμό τού δωδεκάθεου ας μην ξεχνάμε ότι κατάγεται πάντοτε από γυναίκα : ακόμα κι όταν είναι δίσημος θεός - ανδρόγυνος - όπως ο διόνυσος - και τόν κυοφορεί ένας άντρας (μάλιστα στο πόδι του), θα έχει πάντοτε μια (μακρινή) μητέρα: θα πεταχτεί ως παιδί από τήν γάμπα δηλαδή τού Δία αφού εμφυτεύτηκε πρώτα εκεί ήδη γεννημένος φυσιολογικά απ` τήν Σεμέλη.

Τήν ίδια πορεία - δηλαδή τήν ακριβώς αντίστροφη - ακολούθησε η σκέψη μας στην μυθολογική στερέωση τού πιο ύπουλα αντρικού θεού απ` όλους, όσους εφεύραν οι αρχαίοι μας, μίας θεάς «γυναίκας» : αυτού τού μαλάκα με περικεφαλαία που ήταν η πολεμόχαρη ύπαρξη (καθόλου τυχαία ανέραστη, παρθένα δηλαδή ες αεί **) η οποία σημάδεψε με τόν ναό της τήν άτυχη πόλη μας: η παλλάδα γεννήθηκε απ` τό μυαλό ενός άντρα - βγήκε απ` τό κεφάλι τώρα τού Δία (και όχι πια τό πόδι του) αλλά τό ότι είχε και αυτή μία μητέρα, και μάλιστα στήριγμα νευραλγικό τής «μητριαρχικής» λογικής που προηγήθηκε, είναι μια άλλη ιστορία (ίσως τήν πούμε κάποτε) (έχουν γραφτεί και ολόκληρα βιβλία δηλαδή για αυτήν). Προς τό παρόν ας αρκεστούμε εδώ στο ότι ο Παρθενώνας δικαίως μάς σκέπει - δικαίως υπήρξε δηλαδή ανά τούς αιώνες πυριτιδαποθήκη όπως είπε κι ένας ποιητής, και δικαίως θα `λεγε κανείς επίσης ότι εκεί θα ξαναγυρίζουμε καθώς (και οι αιώνες και) οι δεκαετίες θα γυρίζουν : για να υποδηλώνουμε διαθέσεις θανάσιμα επικίνδυνης, ή μόνο λεκτικής, αντίθεσης με τά υπάρχοντα (σαν εχθρικές σημαίες) καθεστώτα πάνω από τό κεφάλι μας [ κι ίσως εκεί έχουμε κι ένα σημάδι ρεαλιστικό και για τήν ίδια τήν πρωτοπορία που μπορεί ξανά να συνοδέψει τ` όνομα αυτής τής πόλης : μόνο και μόνο γιατί θα βασίζεται σε κάτι τόσο ελάχιστα εξωτερικό όσο και μια τοπογραφία ].

** (θα πούμε άλλη φορά τί ακριβώς σημαίνει (και τί σήμαινε - σ` όλο τό παρελθόν) η λέξη δηλαδή αυτή παρθένα [ και πόσο επίσης για τούς άντρες, τούς ίδιους, η λέξη παρθένος αποφεύγεται σα διάολος : - σα να μην πρέπει να ισχύσει ούτε μία μέρα θεωρητικά ενώ ισχύει βέβαια πρακτικά ] - τί ακριβώς σημαίνει επομένως κι εκείνη η άλλη η (φοβερή) λέξη παρθενογένεση για τούς πολιτισμένους μας : έννοιες που τίς χρησιμοποιούμε (όμως) (και) οι γυναίκες)

copyright © 2oo9 hari stathatou for her text and translations, all rights reserved
στον τίτλο : πλάϊ στην εικόνα βασανιστηρίων, φωτογραφική αναπαραγωγή τής σελίδας τών
Δοκίμιων τής αφιερωμένης "στον Αναγνώστη", με χειρόγραφες διορθώσεις τού Μονταίνιου.
φωτογραφία τέλους : / φυλακή, new jersey / henri cartier - bresson, 1975

 
   
διάλογος με: 19 ►  
   


υπάρχει και άλλος τόπος
όμως

 

τείχη τοίχοι τύχη : εισαγωγικά

 

 

αθώα λευκά χαρτιά

εκτός από τά κείμενα άλλων που θα μπορείτε να διαβάζετε εδώ (και τά οποία είναι (είμαι βέβαιη) παντός καιρού) τά δικά μου γραφτά πάρτε τα σαν ημερολόγιο που θα απωθεί ηπίως τήν επιμελή αποθέωση τής επικαιρότητας (όσο για τό κοπυράϊτ, τόσο σ' εκείνα όσο και στις μεταφράσεις μου, που – κατά καιρούς – θα σάς παραθέτω, μού ανήκει βέβαια) αλλά
αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορείτε να τά αναπαράγετε αν θέλετε (φτάνει να αναφέρετε τήν πηγή – απλά και συνηθισμένα πράγματα που λέμε) *
(οι φωτογραφίες επίσης θαν' δικές μου αν σάς τό πω  – αλλά πολλές άλλες φωτογραφίες, πίνακες, σχέδια και γκραβούρες, αν δεν σάς πω κάτι άλλο, θα είναι από κάποια σελίδα ιντερνετική – και, φυσικά, όπου βρίσκω τό όνομα τού δημιουργού τό αναφέρω)



 

μπορείτε επίσης να δείτε (αν έχετε διάθεση μόνο για πεζογραφία) (και για λίγα ίσως πράγματα παραπάνω για μένα) τήν ιστοσελίδα μου  απολίτιστες τέχνες : εκεί είναι και εκτενέστατα τμήματα από τά (εκδομένα και ανέκδοτα) μυθιστορήματα που έχω μέχρι τώρα ετοιμάσει για εδώ  ^ < > # + = και θα ακολουθήσουνε, θέλω να ελπίζω σύντομα, και τά (ακόμα πιο) εκτενή τους κείμενα (ολόκληρα) : σκοπεύω να εκδόσω τά πάντα εναερίως δηλαδή στο ιντερνέτ



*
(επ' αυτού να θεωρώ ότι θα θεωρήσετε αυτονόητα τά όσα γράφει τό εξαιρετικό μπλοκάκι τής L' Enfant de la Haute Mer για τούς όρους αναδημοσίευσης)
και να συμπληρώσω ότι δεν είναι αξιοπρεπές να κλέβει κανείς άλλους, όταν έχει έναν εαυτό απ' τόν οποίο μπορεί να κλέψει ελεύθερα – και μην υποτιμάτε τή δημιουργικότητά σας : όσοι τό 'καναν τιμωρήθηκαν και τούς είδαμε να ασχημαίνουν.

© ο πίνακας τού τίτλου : david hockney : Not Very Big Blue Balls (λεπτομέρεια), 1991, oil on canvas (98,10 x 128,60 cm), η μαυρόασπρη φωτογραφία δικιά μου (δηλαδή τής γάτας μου) (τήν εποχή που δεν υπήρχανε ακόμα τά λαπτόπ) © ο πίνακας στο μπάνερ για τήν ιστοσελίδα με τά βιβλία μου (λεπτομέρεια) : δικός μου, 1989  ©  τό χαρακτικό με τούς κρεμασμένους : από τήν 1η έκδοση τών ποιημάτων τού françois villon, παρίσι 1489  ©

 

και τό άπειρο να συμφιλιωθούμε

giordano bruno stiftung / emily brontë
herbert marcuse / γιάννης ξενάκης
tom waits και david bowie
happy few / stachtes / silentcrossing
talisker μαύρη / talisker πορφυρή /
ροΐδης
αγριμολόγος / gatouleas / κελαηδίσματα
post.scriptum.inter - action και ο άλλος ρο
undantag και omadeon και ρενάτα
μπαλόνι κόκκινο / head-charge / κατερίνα
l' enfant de la haute mer και γιώργος μίχος
ο δρόμος με τίς φάμπρικες
/ geographies
έγκλημα και τιμωρία / tsironakos

φώτης τερζάκης / the act of touching
no budget / futura
maya's life / maya's playground
positive atheism και jane austen
heinrich von kleist / gregory markopoulos
emily dickinson ή walther von der
vogelweide

κι άλλα πολλά μπλοκάκια και σελίδες
και όχι μόνο για τή
γλώσσα και λοιπά
που θα τά πούμε εν καιρώ στις από
δίπλα
αριστερά πολυλογίες

 

 

τά εκδομένα μου βιβλία :

συνεργασίες :

 
από εκατό δρόμουs

χαρη λέει στο: 12 τό εγώ είναι άλλη :
ανώνυμα λέει στο: 12 τό εγώ είναι άλλη :
χαρη λέει στο: 21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
Aikaterini Tempeli λέει στο: 21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
Aikaterini Tempeli λέει στο: 21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
χαρη λέει στο: 2 τείχη τοίχοι τύχη
ανώνυμα λέει στο: 2 τείχη τοίχοι τύχη
χαρη λέει στο: 21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
undantag λέει στο: 21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
χαρη λέει στο: 8 μια ωραία μαργαρίτα εις τά δάση μια φορά ... ...
Aikaterini Tempeli λέει στο: 8 μια ωραία μαργαρίτα εις τά δάση μια φορά ... ...
χαρη λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
gatouleas λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
χαρη λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
Aikaterini Tempeli λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
χαρη λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
tsal λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
χαρη λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
ανώνυμα λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
ανώνυμα λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
κόκκινο μπαλόνι λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
ανώνυμα λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
head charge λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
χαρη λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
head charge λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
head charge λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
χαρη λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
Post.Scriptum.Inter-Action. λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
χαρη λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
Post.Scriptum.Inter-Action. λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...




αρχείο



νοέμβριος 2012(2)

21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
9 σαβουάρ βιβρ

φεβρουάριος 2010(1)

20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας

δεκέμβριος 2009(2)

12 τό εγώ είναι άλλη :
19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...

νοέμβριος 2009(3)

γ υποκριτικό διάλειμμα
17 γλωσσικά
18 gottfried von strassburg

οκτώβριος 2009(2)

15 american stories (θετικισμός και πολυλογίες)
16 οι γάμοι

σεπτέμβριος 2009(2)

13 περί βιβλίων
14 υπό ξένην σημαία

αύγουστος 2009(8)

α β γ : γραψίματα και σχόλια
5 περί ψεμμάτων (συνέχεια) : καβάφης
6 καβάφης / περί έρωτος
7 γιατί η βία είναι μία αηδία
8 μια ωραία μαργαρίτα εις τά δάση μια φορά ... ...
β γενικές δοκιμές : απόπειρα μεταφοράς t. s. e.
10 τό θηρίο στο χαλί
11 περί αναρχίας ...

ιούλιος 2009(5)

1 χαρισμένα (και αντί εισαγωγής)
2 τείχη τοίχοι τύχη
3 τό χαλί τών επικαίρων
α διάλειμμα για τό μπλουζ τού πρίγκηπα
4 η τέχνη τής πολιτικής ψευδολογίας






άλλοι σύνδεσμοι









          επαφή

           



           Site Meter