16 οι γάμοι
 


οκτώβριος 12 2009 (ώρα:00.49)
 
   

αυτό (λοιπόν) είναι ένα απόσπασμα από τό μυθιστόρημα μέρες τοπίου (απ` τό οποίο δεν έχω «δημοσιέψει» μέχρι τώρα ουσιαστικά τίποτα εδώ (με τήν εξαίρεση εκείνου τού πολύ γνωστού σαβουάρ βιβρ)) αν και με τήν είδηση τού θάνατου τής mercedes sosa στις 5 οκτωβρίου «ανέβασα» ένα απόσπασμα από ένα μυθιστόρημά μου επίσης άγνωστο (τίς βιογραφίες αγνώστων) στο άλλο σημειωματάριο, τών κήπων.

τό σημερινό «επεισόδιο» αφιερώνεται σχεδόν δικαιωματικά (μια που τού τό είχα κιόλας (σε μια παλιά συζήτηση) προαναγγείλει και, περίπου, υποσχεθεί –) :

στον Τσαλ

κι όταν νομίζουμε εμείς πως είμαστε στη μέση τής ζωής
τολμάς εσύ κι εκεί, στη μέση μέσα μας θρηνείς
r. m. rilke

whenas in silk my Julia goes
robert herrick

Όταν ήμουνα μικρή οι μεγάλοι είχαν ένα περίεργο έθιμο και γινόντουσαν συνέχεια γάμοι. Μού φαινόντουσαν σαν να γίνονται συνέχεια γάμοι δηλαδή, από μικρή. Κάποια μέρα τού χρόνου όλα ήτανε άσπρα και μεταξωτά, και μαζεύονταν όλοι μαζί (σιωπηλοί και επίσημοι) στην εκκλησία πάλι και τό κάνανε αυτό συνεχώς. (Τώρα, αν εγώ είμαι διαστημική για σένα που σού τά λέω έτσι αυτά, θα πρέπει να μετρήσεις τρεις φορές και εκατό αυτό τό διαστημικό, για να φτάσεις στο πόσο διαστημικοί ήταν για μένα όλοι αυτοί, και οι μεγάλοι, και οι τελετές αυτές, όταν ήμουν μικρή) :

Δεν ήξερα καν δηλαδή, για να σού δώσω να καταλάβεις, τί ήταν ακριβώς αυτοί οι γάμοι : θυμάμαι απλώς διαφορετικές βέβαια εκκλησίες, και κόσμο κι όλ` αυτά, αλλά να κυριαρχεί στη μέση πάντα εκεί αυτό τό άσπρο, τό μεταξωτό, στη μέση πολύ γελαστό κι ηλίθιο. Κι επίσης, τό άσπρο τό μεταξωτό που θα φορούσα πάντα και εγώ. Θυμάμαι επίσης σ` αυτούς τούς γάμους πολύ μαύρους και γκρίζους άντρες, και γυναίκες να μυρίζουν φοβερά : υπέροχη η μυρωδιά από κραγιόν κι από παλτά. Θυμάμαι επίσης πάντα σε αυτούς τούς γάμους ότι μέ πήγαινε πάντα ο μπαμπάς μου και ο θείος Σπύρος βέβαια, που ήτανε ένα και τό αυτό πρόσωπο εντέλει, τελικά. Είχε μεγάλη επισημότητα όπως μέ έπιανε απ` τό χέρι, και η μαμά (και η γιαγιά) μέ είχαν ντύσει προηγουμένως στα μεταξωτά : όμως δεν τήν θυμόμουνα σχεδόν ποτέ μου τήν μαμά : ήταν κι αυτή εκεί, αυτό είναι σίγουρο, αλλά ο πατέρας μου μέ είχε πάντα από τό χέρι, πιο κοντά. Κι ήταν και μερικές φορές που μ` άφηνε για λίγο κι ένιωθα τότε, σκεπασμένη από τούς άλλους, σαν να ήταν έτοιμοι να μέ πατήσουνε, και χωμένη μες στ` αρώματα. [ Αλλά αυτό που πρέπει πρώτα να σού εξηγήσω, είπα τού φίλου μου όπως καθόμαστε στην αμμουδιά (ο κόσμος ήταν πια ελάχιστος κι όλη η τεράστια χρυσή άμμος ήτανε δική μας ξαφνικά, και πιάναμε και πολυθρόνες και ξαπλώναμε ολομόναχοι εκεί κάτω απ` τίς ψάθινες ομπρέλες, και απλώναμε πετσέτες λάδια και τά διάφορα βιβλία τά διαφορετικά, και πιο πέρα μόνο, μακριά μας, κάτι αγόρια παίζαν τένις, – αλλά μακριά : τόν έβλεπα χαλαρωμένο, να μ` ακούει) (άκουγε, λες κι είχε μάτια διψασμένα για ν` ακούει αυτιά πεινασμένα για ν` ακούει) αυτό που πρέπει πρώτα να σού εξηγήσω, τού `λεγα, είναι ότι μιλάω πάντα για προαύλια, όταν στα λέω αυτά : ] ήτανε πάντα αυτή η ατελείωτη δηλαδή ώρα, που περιμέναν όλοι κάτι άσπρο να κατέβη και να `ρθεί : Φουρφούριζε, ανέβαινε τίς σκάλες, μπαίναν όλοι μέσα, κι εκεί πέρα ήταν όλα πλέον βλοσυρά : όμως έξω, επάνω στο τσιμέντο ή τίς πλάκες, ήταν η ώρα η πολλή, που όλα γίνονταν αλλιώς : Έτσι θυμάμαι πάντα ότι μέ άφηνε για λίγο (τώρα ξέρω ότι τό `κανε για να μέ μάθει να στέκομαι μόνη μου δήθεν και χωρίς αυτόν) κι ύστερα ερχότανε πάλι ξανά : ο κόσμος στερεωνότανε καλύτερα, όταν ερχότανε δίπλα μου αυτός, κι έπειτα εκεί έξω σ` αυτά τά προαύλια με τά δέντρα ή χωρίς συνέβαινε πάντα και εκείνο, με τόν γνωστό του τόν γραφιά :

Τώρα, τού λέω, (κι άλλαξα θέση στη σεζλόνγκ) (πήρα και τίς πατούσες του και τίς μάλαξα για λίγο : – πονάνε ; τού `πα – θα περπατήσουμε μετά στην άμμο, είπε, για συνέχισε) τώρα λοιπόν, τού λέω, αυτό που θα σού πω, θα δυσκολευτείς πάρα πολύ να τό πιστέψεις : και όμως, είν` αλήθεια, και τό θυμόμουνα πάντα συνέχεια, όλα τά χρόνια αυτά, ποτέ μου δεν τό ξέχασα : δεν είναι κάτι δηλαδή που θα μπορούσα και να τό ξεχάσω φυσικά, γιατί τό πρόσωπο αυτουνού τού μικροκαμωμένου ήτανε περίεργο, κι όχι τόσο τό πρόσωπο / και οι γραμμές, οι κάπως προς τά κάτω / όσο κυρίως αυτό, τό ότι αυτό γινότανε συνέχεια, κάθε φορά, κι είχε κυρίως αυτή τή συνωμοτικότητα ανάμεσα, σαν κάτι να λεγότανε, που ήτανε πέρα απ` αυτά : Για να σού δώσω να καταλάβεις, πρέπει πρώτα όμως να σού πω, ότι ο πατέρας μου (κι αργότερα, που ήμουνα μεγάλη, αλλά κι από τότε – από τόσο μικρή) μέ σύστηνε σε όλους και σε διάφορους, μέ σύστηνε με τέτοια μονότονη θριαμβικότητα, λες κι ήθελε πάντοτε να μέ μάθει όλος ο κόσμος – κι έτσι βέβαια και στους γάμους θα γινότανε αυτό,

(για τό σονέτο αυτό πολλοί μού απάντησαν, και
μαρτυρούσανε / διάφορες απόψεις. Απ` όλες μια τήν
έστειλε εκείνος που εγώ / ονομάζω τώρα πρώτον απ`
τούς φίλους μου κι άρχιζε / εκείνην τήν απάντηση έτσι :
«Για τή δικιά μου σκέψη είσαι ο καλύτερος». Κι αλήθεια,
όταν έμαθε πως ήμουνα εγώ που τού `στειλα αυτές τίς
μουσικές, τότε η φιλία μας ξεκίνησε ατόφια. Όμως τήν
πλήρη σημασία (τού όνειρου) δεν τήν κατάλαβε τότε
κανείς, κι ας τήν γνωρίζουν τώρα κι οι πιο ξένοι – )

δάντης : vita nova

III, 1-15

όμως εκεί λοιπόν, πάντοτε έξω στο προαύλιο μέ σύσταινε σαν κάπως πιο ήρεμα, σαν κάπως επειδή ήταν γάμοι να περίσσευα και λίγο, σαν κάπως να μην ήμουνα εγώ τό πρώτο πρόσωπο ετούτη τή φορά – έλεγε βέβαια Η κόρη μου, αλλά σαν να `τανε κάπως πιο αδιάφορη, πιο κρύα η κατάσταση : Ή ήταν και πολύ συνηθισμένη η κατάσταση : γυναίκες κι άντρες, αρωματισμένοι όλοι, μες στις κουβέντες τους κοιτάζανε κάποια στιγμή λίγο δεξιά του, και σαν να έβλεπαν ξάφνου ένα εξάρτημα τού παντελονιού του, έλεγαν : Η κόρη σου ; α, έχει μεγαλώσει : πόσο είναι τώρα ; Κι αυτός τότε τούς έλεγε περήφανος Ναι, ναι. Είναι τόσο : Κι οι αριθμοί ήτανε πάντοτε, μια λέξη που έλεγε πράγματα, τόσο διαφορετικά. (Μια φορά θυμάμαι μόνο τόν αριθμό έξη που μού φάνηκε εξαιρετικά μεγάλος, κι επιπλέον και βλοσυρός και είπα : Τώρα είμαι τόσο πια μεγάλη, και μού φάνηκε (από μέσα μου) ότι έπρεπε ν` αποχαιρετήσω πια ένα παρελθόν. Και τότε έπαθα ένα είδος σοκ από αυτήν τήν ηλικία : ω, είχα πίσω μου πια αφήσει τή ζωή, δεν θα `μουνα τώρα πια άλλο αυτό που ήμουν.)

Μέ κουβαλούσε λοιπόν πλάϊ του, κι άλλοτε μ` άφηνε για λίγο μόνη, μού `κανε αυτό τό σαν καψόνι, για τό οποίο απορούσα αλλά και τόν αντιπαθούσα μυστικά πολύ, κι ύστερα, ερχόταν η ώρα τής μεγάλης, πιο μεγάλης απορίας, καθώς θα γινότανε πάντα η ίδια τελικά σκηνή : μέσα από τό αραιό και παρφουμαρισμένο πλήθος ξεπρόβαλε τό ίδιο κουστουμαρισμένο και μικροκαμωμένο αυτό σουλούπι του, και ο πατέρας μου πάντα μ` αυτόν θα είχε ένα ύφος εντελώς αλλιώτικο (ένα ύφος που, μόνο εν μέρει θα μπορούσες να πεις ότι πρόδινε μια σκέψη σαν Επιτέλους εδώ είμαστε, ή : Αγαπητέ μου σέ γύρευα) κι όμως, τίποτ` απ` όλ` αυτά δεν ήτανε ακριβώς τό ύφος, όσο, πάνω απ` όλα και κυρίως, τό ότι ξαφνικά όλα γινόντουσαν τώρα σαν πιο ανείπωτα, – και, στο προαύλιο, μυστικά :

Στην επιφάνεια δεν άλλαζε δηλαδή, ούτε μια κίνηση, κι όμως, εγώ πάντοτε τόν θυμόμουνα αυτόν τόν κύριο, γιατί, γύρω του πάντοτε μια λάμψη απ` τή μεριά τού πατέρα μου φουρφούριζε, και μια περίεργη άλλη λάμψη – σκοτεινή – κόλλαγε λες (ή ήταν ήδη κολλημένη) στο ίδιο του τό πρόσωπο τού αλλουνού, κι έτσι ήταν πάντα αυτή η απόσταση που κρατούσαν αναμεταξύ τους υποκλινόμενοι ο ένας στον άλλον, η περίεργη στάση εκεινού που σαν να `χε γύρω του ένα κενό, και τό χαμόγελο που ανταλλάσσανε καθώς τού `λεγε ο πατέρας μου κάθε φορά τό ίδιο – σαν να τόν τράβαγε απ` τούς άλλους και να τόν έφερνε επιτέλους στη μεριά μας – Αγαπητέ μου, να σού συστήσω τήν κόρη μου – κι ενώ αυτός ο μικροκαμωμένος άνθρωπος με τό αδύνατο τριγωνικό λίγο πρόσωπο (σαν σταγόνα) με τά χαρακτηριστικά όλα τραβηγμένα λίγο προς τά κάτω, κι εκείνη τήν διακριτική έκφραση λίγο σαν μιας κλάψας, σαν, λίγο μιας αποξεχασμένης μιζέριας (πρόσεξε λέξη που βρήκα τώρα, ε; ) στεκότανε σε μια απόσταση περίπου σεβασμού απέναντί μου, και μού `κανε και μια ελαφριά υπόκλιση όλος αξιοπρέπεια και χαμογελώντας μου ή μάλλον χαμογελώντας και στους δυο μας λίγο απόμακρος, ή μάλλον αυτοί οι δυο χαμογελώντας μεταξύ τους τώρα συνωμοτικά, τότε που γύριζε προς τό μέρος μου τήν ίδια στιγμή εκείνος και μού `λεγε εμφαντικά, με μια περίεργη επισημότητα (ή και ειρωνεία, δεν μπορούσα να καταλάβω τί διάολο ήτανε όλο αυτό μαζί) : – Ελισάβετ να σού συστήσω τόν κύριο ... Κι έλεγε μια λέξη πάντοτε σαν δέντρα ή κλαδιά. Και καμιά φορά τό επαναλάμβανε κιόλας – Νίνα, από δω ο κύριος ... , και ξανάλεγε πάλι τά δέντρα και κλαδιά. Σαν να `θελε να τά ακούσουνε, να τό χωνέψουν μάλιστα όλοι (και σχεδόν να τό χαρούνε κι ίσως – κάπως έτσι) και οι δυο : Κι ύστερα αμέσως έπεφτε μία σιωπή όλο χαμόγελα όπου μέναν και κοιταζόντουσαν με ένα ύφος γυρισμένοι ο ένας προς τόν άλλον και σχεδόν χωρίς να μιλάνε άλλο πια. (Τώρα ξέρω ότι σίγουρα ανταλλάσσανε και κουβέντες, γιατί συνάδελφοι ήτανε – κι εκείνος, αυτό τό `μαθα αργότερα – είχε φτιάξει τήν καλύτερη σελίδα στην εφημερίδα του – : τήν καλύτερη σελίδα καλλιτεχνική : ναι, τήν είχε εκείνη η φοβερά δεξιά φυλλάδα στην οποία για να ζήσει τή ζωή του εκείνος δούλευε – ναι, τό φαντάζεσαι, αυτός, επέζησε χωμένος έτσι στην πιο δεξιά φυλλάδα, ο απλός και (πόσο πολύπλοκα) αδελφός (πόσο πολύπλοκο θα ήταν τό να `ναι απλώς αδελφός)), λοιπόν σίγουρα κάτι είχανε να πούνε σαν συνάδελφοι, αλλά όλο, λες, τό νόημα να ήτανε κυρίως τό να μού τόν φέρει πάντοτε στους γάμους και να μού τόν δείξει, και με επισημότητα μετά να τού απευθυνθεί και να τού πει : Αγαπητέ μου από δω η κόρη μου, αφού είχε πει μ` επισημότητα προηγουμένως, και δείξει με τό χέρι του σ` εμένα, λέγοντας – Ανδρομάχη να σού συστήσω τόν κύριο ... , λέγοντας πάλι εκείνο με τά δέντρα και κλαδιά. Ναι, ένα αδύνατο σαν μαζεμένο λίγο αλλά πάρα πολύ αξιοπρεπές και μοναχικό σουλούπι (η μοναχικότητά του ήταν αυτή που μού άστραφτε σαν να `χε επίγνωση ότι τόν περιβάλλουνε δηλαδή κάτι αγκάθια γύρω του, κι ενώ ήταν μέσα σ` όλους κι όλοι ήταν μαζί, ήταν μαζί σαν να `ξερε ότι είναι ολομόναχος, κι υποκλινόταν ολομόναχος, χαμογελούσε ολομόναχος, και σαν να είχε επίγνωση αυτής τής μοναξιάς, αυτό μού φαίνονταν, και, όχι δεν τόν πείραζε, απλώς κάθε φορά που μού υποκλινότανε σαν να `ταν γύρω του ένας κύκλος, και ένα κενό, και τό θυμάμαι αυτό τό ειρωνικό τό συνωμοτικό τό γέλιο που είχανε και οι δυο, και όμως : Κάπως οι γραμμές αυτού κατέβαιναν προς τά κάτω, σ` ένα πρόσωπο λεπτό, και τριγωνικό λίγο, κι ευγενικό πολύ, και με μάτια μαύρα μεν, αλλά που μού `δινε όμως μυστικά τήν εντύπωση μιας περίεργης μιζέριας – κοίτα λέξη που βρήκα τώρα ε ; – Κι ήταν αυτό τό ανεξήγητο χαμόγελο τού μυστικού που είχαν αναμεταξύ τους, που μέ μπέρδευε : Σαν, λέγοντας τό όνομά του ο ένας, κι ακούγοντας τό όνομά του ο άλλος, νά `λεγαν κάτι άλλο ταυτοχρόνως και οι δυο : τό όνομα δεν τέλειωνε, δεν έκλεινε, ήταν σαν, γύρω από τό όνομα, να φουρφούριζε μία σιωπή, ένα κενό γεμάτο ταυτοχρόνως με κάτι που μπέρδευε : καθόταν η συνωμοσία λες πάνω στο όνομα, κι αυτό ήταν τό πιο εμφανές που γινότανε : Τό όνομα ήταν αυτό λες που είχε τή μυστικότερη και μεγαλύτερη σημασία, και δεν μπορούσα να τό καταλάβω τότε αυτό : ) Εγώ μεγάλωνα λοιπόν και τό όνομα έμενε ίδιο φυσικά στους γάμους, και τό θυμάμαι, κι όλα γίνονταν συνέχεια ίδια, κι η υπόκλιση ήταν ίδια και τό όνομα συνέχεια έμενε στο κενό, κάτι με δέντρα και κλαδιά. Λες κι είχαν σημασία δηλαδή ειδικά (τότε), τά κλαδιά.

Κι ύστερα, έπαψα πια, από μια εποχή και πέρα να πηγαίνω. Γίναν οι ανταρσίες, ώσπου ψηλώνοντας και άλλο, εκεί στα δεκατέσσερα περίπου τούς είδα μια φορά που ετοιμάζονταν για έναν γάμο κι είπα να πάω, μήπως και τόν δω τώρα ξανά. Καταλαβαίνεις, τώρα πια θα τόν έβλεπα κανονικά : δεν θα έβλεπα δηλαδή αυτόν, θα έβλεπα εκείνον που έπρεπε : έφτασα να τό περιμένω μ` ένα είδος έρωτα, να τού σφίξω δηλαδή τό χέρι επιτέλους. (Οι άλλοι, ξαφνιαστήκανε, πώς μού `ρθε ξαφνικά, να θέλω να τούς συνοδέψω και σε γάμο : έγινε κι ένας ψιλοκαυγάς γιατί επέμενα να πάω με μπλουτζήν). (Αυτή θα `τανε φυσικά η στολή μας τώρα, θα πήγαινα με τήν πιο αντάρτικη στολή για να τού σφίξω δηλαδή τό χέρι εγώ : τώρα κι αυτός θα καταλάβαινε τή διαφορά απ` τό μωρό με τά λευκά μεταξωτά, ώς δηλαδή τόν εαυτό μου πλήρως) : Έγινε φυσικά ένας ψιλοχαμός, με τό μπλουτζήν αποκλειότανε να πάω σε γάμο (κι ούτε που ήξερα και ποιοι παντρεύονταν, τό μόνο που μέ ενδιέφερε ήταν ότι επρόκειτο πάλι, ασφαλώς, εκεί που ως βρέφος ήξερα, θυμόμουνα, ότι πάει πάντα, να πάει πάλι τό ίδιο, και αυτός) όμως με τό μπλουτζήν αποκλειόταν είπανε να μέ δεχτούν στον γάμο – και : άκου με τώρα πονηριά που βρήκα – πήγα στα κατάμαυρα – : έβαλα μαύρα παντελόνια και σακάκια τώρα εγώ – και έτσι, μόνο μαύρο τό σκουφί δεν είχα βέβαια να βάλω – και ήμουνα σχεδόν ερωτευμένη όπως περίμενα για να τού σφίξω πια κι εγώ τό χέρι < να σφίξω δηλαδή τό χέρι τού αδελφού, μέσω αυτού – > κι από τήν αγωνία μου τώρα κιόλας τήν φριχτή τό είπα τού πατέρα μου – είχα μια τέτοια αγωνία μην τόν χάσω – και έγιναν πάλι όλα όπως παλιά, και εκεί στο προαύλιο όπως στεκόμαστε, (ούτε θυμάμαι ποιοι παντρεύονταν) τού είπα μια στιγμή (μ` είχε συστήσει ήδη σε καμπόσους, αλλά όχι πιο ψηλούς πια, ούτε αυτός πια πιο ψηλός από μένα) (με αγωνία που καν δεν βαστιότανε) Θα μού συστήσεις και τόν κύριο Κλάρα ; και μέ κοίταξε σαν συνοφρυωμένος ξαφνικά και απομακρύνθηκε τώρα, – α, άντρες πάντοτε γεμάτοι φόβο – πόσο τρέμουνε – και ήρθε έπειτα ξανά μονάχος, και – Δεν είν` εδώ τό πρόσωπο για τό οποίο ήρθες κυρία έξυπνη, μού είπε βλοσυρά. Και όταν είδε ότι κατάρρευσα, σαν να συμπόνεσε : Θα σέ πάω στην εφημερίδα του μια μέρα άμα θέλεις. Αλλά τί τόν θέλεις ; Φυσικά και δεν πήγαμε βέβαια. Λίγο μετά έγινε η χούντα. Ούτε και ξέρω τί απέγινε. Τόν ξέχασα κι εγώ – τότε, βγαίνανε ένα-ένα στην επιφάνεια, όλα όσα μάς κατέκλυσαν – τό ξέρεις. Τό `πα μόνο για να σού τονίσω αυτό : τόσο μικρή, κι είχα σκεφτεί κάτι σαν τήν λέξη μιζέρια για τό πρόσωπό του – απίστευτο, ε ; Φυσικά, ο αδελφός του ήταν πιο σωματώδης. Και κάτι που μού φαίνεται απίστευτο – για τήν ψυχολογία γενικά : ξέρεις πόσο συγκρατημένη, και απείρως λογική είμαι εγώ σαν άνθρωπος : κι όμως, κάθε φορά που βλέπω σε ταινία εκείνη τή σκηνή τού καλπασμού μ` αυτόν μπροστά με τό σκουφί και τά γένια, κλαίω : βουρκώνω ρε παιδί μου, είν` αδύνατο τά μάτια μου να μείνουνε στεγνά : (Ναι, ε ; είπε και μέ κοίταξε πιάνοντας τήν πατούσα του, και κάνοντας λίγο μασάζ) : Ναι, είπα, χύνω σού λέω μαύρο δάκρυ, ρεζίλι γίνομαι μέσα στο σινεμά, ρε πλαντάζω από τό κλάμα σού λέω σ` αυτή τήν σκηνή : σαν να μην είναι αυτό που βλέπουμε, αλλά κάτι άλλο : σαν να μην είναι δηλαδή μόνο η σκηνή, αλλά τό κενό γύρω : ό,τι συνέβαινε με τ` όνομα, επίσης : δεν ξέρω ποιος μεγαλοφυής οπερατέρ τήν τράβηξε αλλά είναι μεγαλοφυής αυτή η σκηνή : τό ότι τόν έχουμε πια μόνο έτσι : πρώτον αυτή η πορεία του έτσι λοξά (και προς τό μέρος μας) σαν να τραβάει στο άπειρο : δεύτερον, αυτή η χαρά τού καλπασμού η ανεμπόδιστη τότε που όλα ήταν ακόμα ανοιχτά όταν εσύ ξέρεις τώρα τό τέλος : αυτό είναι μία συντριβή απίστευτη, καταβαράθρωση κανονική : αυτός ο καλπασμός θα λήξει, για όλους, κι ο αδελφός του θα σωθεί σε μια δεξιά φυλλάδα κι όλοι θα καταλήξουμε τυλιγμένοι σε μια κόλλα χαρτί, νομίζοντας ότι είμαστε κιόλας ελεύθεροι, αφού τώρα πια κάνουμε ό,τι θέλουμε, και (μετά θάνατον) ζούμε : και μάλιστα όλοι παντρεύονται κιόλας ακόμα : κι όλα θα καταλήγανε απλώς για να υποκλιθεί ο αδελφός του σ` ένα κοριτσάκι : σαν κι εμένα, ταπεινά : – Να σού συστήσω αγαπητέ μου, από δω η κόρη μου, και ύστερα σε μένα, με τό χέρι απλωμένο πάλι απείρως πιο ειρωνικά : Ο κύριος Κλάρας από δω. Μού `ρχεται να πλαντάξω πάλι εδώ στο κλάμα τώρα που στο λέω.

Πήρα τίς πατούσες του νευρικά κι άρχισα να τού τίς μαλάζω : Πάμε να κάνουμε τήν θεραπεία μας στην άμμο ; τού `πα.

Σηκώθηκε υπάκουα : Αυτός, τού είπα, ήταν ο τελευταίος μου γάμος. Δεν ξαναπήγα άλλη φορά. Έπειτα ξέρεις, εκείνα τά χρόνια τής εφηβείας που λένε (τί βλακώδης έκφραση) είναι ιλιγγιώδη. Γίνονταν και οι δίκες τότε, οι πολλές, και σάς έβλεπα τότε όλους, από φωτογραφίες στις φυλλάδες. / ... /

(απόσπασμα από τό μυθιστόρημα "μέρες τοπίου")

copyright © 2oo9 hari stathatou for the text and cat`s photo, all rights reserved

εικόνες τίτλου : (ομπρέλα, λεπτομέρεια) © david hockney
φωτογραφία (λεπτομέρεια) © κώστας μπαλάφας
φωτογραφία (από έναν γάμο, λεπτομέρεια) © julie cooke

 
   
διάλογος με: 12 ►  
   


υπάρχει και άλλος τόπος
όμως

 

τείχη τοίχοι τύχη : εισαγωγικά

 

 

αθώα λευκά χαρτιά

εκτός από τά κείμενα άλλων που θα μπορείτε να διαβάζετε εδώ (και τά οποία είναι (είμαι βέβαιη) παντός καιρού) τά δικά μου γραφτά πάρτε τα σαν ημερολόγιο που θα απωθεί ηπίως τήν επιμελή αποθέωση τής επικαιρότητας (όσο για τό κοπυράϊτ, τόσο σ' εκείνα όσο και στις μεταφράσεις μου, που – κατά καιρούς – θα σάς παραθέτω, μού ανήκει βέβαια) αλλά
αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορείτε να τά αναπαράγετε αν θέλετε (φτάνει να αναφέρετε τήν πηγή – απλά και συνηθισμένα πράγματα που λέμε) *
(οι φωτογραφίες επίσης θαν' δικές μου αν σάς τό πω  – αλλά πολλές άλλες φωτογραφίες, πίνακες, σχέδια και γκραβούρες, αν δεν σάς πω κάτι άλλο, θα είναι από κάποια σελίδα ιντερνετική – και, φυσικά, όπου βρίσκω τό όνομα τού δημιουργού τό αναφέρω)



 

μπορείτε επίσης να δείτε (αν έχετε διάθεση μόνο για πεζογραφία) (και για λίγα ίσως πράγματα παραπάνω για μένα) τήν ιστοσελίδα μου  απολίτιστες τέχνες : εκεί είναι και εκτενέστατα τμήματα από τά (εκδομένα και ανέκδοτα) μυθιστορήματα που έχω μέχρι τώρα ετοιμάσει για εδώ  ^ < > # + = και θα ακολουθήσουνε, θέλω να ελπίζω σύντομα, και τά (ακόμα πιο) εκτενή τους κείμενα (ολόκληρα) : σκοπεύω να εκδόσω τά πάντα εναερίως δηλαδή στο ιντερνέτ



*
(επ' αυτού να θεωρώ ότι θα θεωρήσετε αυτονόητα τά όσα γράφει τό εξαιρετικό μπλοκάκι τής L' Enfant de la Haute Mer για τούς όρους αναδημοσίευσης)
και να συμπληρώσω ότι δεν είναι αξιοπρεπές να κλέβει κανείς άλλους, όταν έχει έναν εαυτό απ' τόν οποίο μπορεί να κλέψει ελεύθερα – και μην υποτιμάτε τή δημιουργικότητά σας : όσοι τό 'καναν τιμωρήθηκαν και τούς είδαμε να ασχημαίνουν.

© ο πίνακας τού τίτλου : david hockney : Not Very Big Blue Balls (λεπτομέρεια), 1991, oil on canvas (98,10 x 128,60 cm), η μαυρόασπρη φωτογραφία δικιά μου (δηλαδή τής γάτας μου) (τήν εποχή που δεν υπήρχανε ακόμα τά λαπτόπ) © ο πίνακας στο μπάνερ για τήν ιστοσελίδα με τά βιβλία μου (λεπτομέρεια) : δικός μου, 1989  ©  τό χαρακτικό με τούς κρεμασμένους : από τήν 1η έκδοση τών ποιημάτων τού françois villon, παρίσι 1489  ©

 

και τό άπειρο να συμφιλιωθούμε

giordano bruno stiftung / emily brontë
herbert marcuse / γιάννης ξενάκης
tom waits και david bowie
happy few / stachtes / silentcrossing
talisker μαύρη / talisker πορφυρή /
ροΐδης
αγριμολόγος / gatouleas / κελαηδίσματα
post.scriptum.inter - action και ο άλλος ρο
undantag και omadeon και ρενάτα
μπαλόνι κόκκινο / head-charge / κατερίνα
l' enfant de la haute mer και γιώργος μίχος
ο δρόμος με τίς φάμπρικες
/ geographies
έγκλημα και τιμωρία / tsironakos

φώτης τερζάκης / the act of touching
no budget / futura
maya's life / maya's playground
positive atheism και jane austen
heinrich von kleist / gregory markopoulos
emily dickinson ή walther von der
vogelweide

κι άλλα πολλά μπλοκάκια και σελίδες
και όχι μόνο για τή
γλώσσα και λοιπά
που θα τά πούμε εν καιρώ στις από
δίπλα
αριστερά πολυλογίες

 

 

τά εκδομένα μου βιβλία :

συνεργασίες :

 
από εκατό δρόμουs

χαρη λέει στο: 12 τό εγώ είναι άλλη :
ανώνυμα λέει στο: 12 τό εγώ είναι άλλη :
χαρη λέει στο: 21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
Aikaterini Tempeli λέει στο: 21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
Aikaterini Tempeli λέει στο: 21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
χαρη λέει στο: 2 τείχη τοίχοι τύχη
ανώνυμα λέει στο: 2 τείχη τοίχοι τύχη
χαρη λέει στο: 21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
undantag λέει στο: 21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
χαρη λέει στο: 8 μια ωραία μαργαρίτα εις τά δάση μια φορά ... ...
Aikaterini Tempeli λέει στο: 8 μια ωραία μαργαρίτα εις τά δάση μια φορά ... ...
χαρη λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
gatouleas λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
χαρη λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
Aikaterini Tempeli λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
χαρη λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
tsal λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
χαρη λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
ανώνυμα λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
ανώνυμα λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
κόκκινο μπαλόνι λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
ανώνυμα λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
head charge λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
χαρη λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
head charge λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
head charge λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
χαρη λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
Post.Scriptum.Inter-Action. λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
χαρη λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
Post.Scriptum.Inter-Action. λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...




αρχείο



νοέμβριος 2012(2)

21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
9 σαβουάρ βιβρ

φεβρουάριος 2010(1)

20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας

δεκέμβριος 2009(2)

12 τό εγώ είναι άλλη :
19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...

νοέμβριος 2009(3)

γ υποκριτικό διάλειμμα
17 γλωσσικά
18 gottfried von strassburg

οκτώβριος 2009(2)

15 american stories (θετικισμός και πολυλογίες)
16 οι γάμοι

σεπτέμβριος 2009(2)

13 περί βιβλίων
14 υπό ξένην σημαία

αύγουστος 2009(8)

α β γ : γραψίματα και σχόλια
5 περί ψεμμάτων (συνέχεια) : καβάφης
6 καβάφης / περί έρωτος
7 γιατί η βία είναι μία αηδία
8 μια ωραία μαργαρίτα εις τά δάση μια φορά ... ...
β γενικές δοκιμές : απόπειρα μεταφοράς t. s. e.
10 τό θηρίο στο χαλί
11 περί αναρχίας ...

ιούλιος 2009(5)

1 χαρισμένα (και αντί εισαγωγής)
2 τείχη τοίχοι τύχη
3 τό χαλί τών επικαίρων
α διάλειμμα για τό μπλουζ τού πρίγκηπα
4 η τέχνη τής πολιτικής ψευδολογίας






άλλοι σύνδεσμοι









          επαφή

           



           Site Meter