γ υποκριτικό διάλειμμα
 


νοέμβριος 01 2009 (ώρα:00.03)
 
   

... με ελαφρά παραδείγματα

 

 

     

 

   Η υποκριτική είναι μια δύσκολη τέχνη. Δεν αρκεί τό ταλέντο – άλλωστε σε καμία τέχνη δεν αρκεί τό ταλέντο, και κατά τή γνώμη μου η ίδια η λέξη ταλέντο είναι απολύτως ασαφής – όσο σαφής και εκθαμβωτική είναι η εγκυρότητά της όταν τήν ανακαλύπτουμε έκθαμβοι στους πραγματικούς καλλιτέχνες. Αλλά και πάλι, καταλαβαίνουμε τήν ανεπάρκεια (ή και τή γελοιότητα ακόμα) τής λέξης όταν θελήσουμε να πούμε ότι ο βανγκόγκ είχε για παράδειγμα ταλέντο ζωγράφου, ή ο μπετόβεν ταλέντο μουσικού. Κι ο πιο αδαής από μάς, καταλαβαίνει ότι κάτι δεν λέμε καλά τότε, όπως με τόν ίδιο τρόπο γελοία ανεπαρκής μάς φαίνεται και η έννοια τής ευφυίας – αν θελήσουμε ν` αποδόσουμε ας πούμε εξυπνάδα στον ηράκλειτο, ή τόν έγελο, ή τόν ευριπίδη με τόν ίδιο τρόπο που μιλάμε ας πούμε για τήν ευφυία (ακόμα και) (και εδώ τό παράδειγμα τόν υποτιμά λίγο, γιατί αυτός ήταν σχεδόν καλλιτέχνης) τού αϊνστάϊν.

  
Η διαφορά κατά τή γνώμη μου τής υποκριτικής από τίς άλλες τέχνες βρίσκεται στη φοβερή της ανασφάλεια (σε σχέση με τούς άλλους «εκτελεστές» όπως είναι ας πούμε οι βιρτουόζοι κάποιου μουσικού όργανου), πέρα από τό γεγονός ότι μέχρι πρότινος δεν μπορούσε να διαιωνιστεί κιόλας – και (όσο υπήρχε μόνο θέατρο) πέθαινε μέσα στην ίδια μέρα : ζούσε δηλαδή μόνο κατά τή διάρκεια μιας παράστασης και ύστερα πια – ελάχιστα στη μνήμη όσων είχαν πάει και ήτανε εκεί  – υποχείριο και θύμα στις παραξενιές που έχει η μνήμη τού καθενός – και φυσικά μόνο για όσο ζούσε ο καθένας. Μετά, ακόμα κι αν κάποιος άφηνε γραπτές τίς αναμνήσεις του (και έτσι μάς διασώζονται οι θρύλοι για τήν ντούζε, τήν σάρα μπερνάρ, τήν τζουντίτα πάστα (τήν αγαπημένη τού σταντάλ), τήν μαλιμπράν (τήν αγαπημένη τής κάλλας) ή ακόμα και για κάποιους ηθοποιούς τής αρχαίας αθήνας, ή ακόμα και για τό βιρτουόζικο παίξιμο στο πιάνο τού μότσαρτ, ή στο όργανο τού μπαχ (που έπαιζε τόσο δυνατά ώστε χάλαγε τα όργανα και τού βάζαν πρόστιμο οι εκκλησίες) ή τού μπετόβεν (που έπαιζε επίσης εντελώς ροκάδικα και έσπαγε τίς χορδές στα πιάνα του), ή τού σοπέν και τού λιστ τίς λεπτεπίλεπτες δεξιοτεχνίες, ή ακόμα και τόν μοναδικό τρόπο που έπαιζε τό βιολί ο σκαλκώτας (και που όπως λένε, μάλλον έχοντας ακούσει μικρός τόν ήχο τού «δημοτικού» βιολιού από τούς οργανοπαίχτες που είχε η οικογένεια τού πατέρα του, έβγαζε στο βερολίνο κάτι ήχους από τό βιολί του που άφηναν τούς ντόπιους άναυδους) : (οι δικοί μας ντόπιοι δεν τόν λυπήθηκαν εξαυτού καθόλου – τελευταίο βιολί άκρη δεξιά έπαιζε στην εν αθήναις περιφανή ορχήστρα). Τήν ίδια μοίρα δηλαδή είχαν, πριν τήν τεχνολογία (αυτά τά αυτονόητα για μάς γραμμόφωνα μαγνητόφωνα πικάπ σιντιά βίντεο και τό σινεμά) και όλοι οι άλλοι «εκτελεστές» που η μοίρα τους ανά τούς αιώνες ήταν να ζούνε σαν τίς πεταλούδες για δυο ώρες μόνο κάθε φορά, και όχι μόνο οι ηθοποιοί : Όμως η τέχνη τού ηθοποιού έχει τήν πιο συγκινητική θνητότητα νομίζω, γιατί για να ολοκληρωθεί απαιτεί μια ανήλεη εξάσκηση όχι σε ένα μέρος μόνο τού σώματος, αλλά στο όλον του, και μιλώντας για «όλον» εκφράζουμε εδώ εμπράκτως τόν πιο αναντίρρητο υλισμό : συμπεριλαμβάνονται δηλαδή εδώ μυς νεύρα μυαλό η ψυχολογία του ολόκληρη, τό σύνολο τής ζωής του, η θέληση οι νευρώσεις ο σύμπας ερωτισμός και οι φοβίες του, οι απωθήσεις και οι αποφάσεις του : με όλ` αυτά δουλεύει ο ηθοποιός : και αυτό τό σύνολο λέγεται εν συντομία «εαυτός», και είναι τό δικό του μοναδικό εύθραυστο θνητό και ευάλωτο «όργανο».

   

   Όμως ούτε αυτό δεν φτάνει : δεν αρκεί η ευαισθησία («τό ταλέντο») να (μπορεί να) τά επιστρατεύει όλα αυτά μαζί : χρειάζεται και μια επιπλέον διανοητική ικανότητα, να μπορεί να κρίνει συνεχώς τήν απόδοσή του σαν να κάθεται συγχρόνως και στην πλατεία – αλλά και μια (ασκητικής εντελώς υφής) δυνατότητα αυτοπειθαρχίας, να μπορεί να περιορίζει τίς ίδιες του τίς ευκολίες. Αυτά τά δύο τελευταία είναι όμως χαρακτηριστικά που τά έχουνε βέβαια και οι άλλες τέχνες – θα `χετε δει ίσως ζωγράφους να απομακρύνονται από τό έργο τους κάθε λίγο τήν ώρα που δουλεύουν και να τό κοιτάν από μακριά, ή θα έχετε ακούσει για τόν ρόλο που παίζει ο «χρόνος ψύξης» στο έργο ενός συγγραφέα, ο οποίος αφήνει τό γραπτό του ένα χρόνο πριν τό ξαναδεί για να τό διορθώσει – κι ένας απ` τούς λόγους που εκδίδονται προχειρότητες είναι γιατί ο εκδότης πιέζει να βγεί γρήγορα τό αριστούργημα που θα τού φέρει τά λεφτά. Βέβαια οι εκδότες πάντα πιέζανε, αλλά οι ντοστογιέφσκηδες που έχοντας πέσει έξω στις ημερομηνίες, τό παίρναν και τό πετάγαν στο τζάκι τήν τελευταία μέρα, για να τό ξαναγράψουν απ` τήν αρχή, δεν είναι καθημερινό φαινόμενο στους πολιτισμούς μας : έτσι όμως έχουμε έναν «ηλίθιο». Αλλά και η δύναμη να μην αφήνεις τίς ευκολίες σου να σέ παρασέρνουν είναι επίσης γενικό γνώρισμα σε κάθε τέχνη. Η ιδιομορφία όμως τού ηθοποιού είναι άλλη : τά κάνει όλ` αυτά ενώπιον τού κοινού – κι αν γίνει ένα λάθος, δεν διορθώνεται πια κείνη τήν ώρα. Άρα η σημασία τής προεργασίας και τής εξάσκησης στον ηθοποιό έχει μια άλλη, πολύ πιο «επείγουσα» και τραγική σχεδόν έννοια. Η δημιουργία του βρίσκεται κυριολεκτικά στον αέρα, μπροστά στα μάτια μας : η έννοια τής σχοινοβασίας ολοκληρώνεται περισσότερο μάλιστα θα έλεγα στον ηθοποιό παρά στον ακροβάτη, γιατί στον ηθοποιό αφορά ένα πολύ μεγαλύτερο σύνολο απ` ό,τι τό απλό σώμα που κινδυνεύει να πέσει – σε δίχτυ τελικά συνήθως.

   


 

   Μια δασκάλα που είχα μικρή στα αγγλικά μού είχε πει (μού τό `χε γράψει κιόλας για να τό θυμάμαι) : the talent does what it can, the genius what it must.  Μ` όλη τήν αγάπη που τής είχα, τό μίσησα από τήν πρώτη στιγμή που τό είδα γραμμένο, γιατί μού μύρισε ασκητισμό και μια πουριτανική αίσθηση καθήκοντος, και όλ` αυτά ενγένει που δεν χώνευα. Ίσως όμως αυτό (νομίζω τώρα ότι τό `χει πει κάποιος διάσημος, τό βρήκα να θεωρείται γνωστό κάπου αργότερα) ίσως να `χει και μια βάση, όσο μπορώ να καταλάβω δηλαδή με τά δικά μου, περιορισμένα απ` τίς μονομανίες μου και τίς αδυναμίες μου, μέσα, ίσως να `χει τήν έννοια δηλαδή ότι, από ένα σημείο και πέρα, πρέπει να κάνεις αυτό που θέλεις. Τό «πρέπει» εδώ μού φαίνεται να σημαίνει δηλαδή «επιθυμώ διακαώς».

   Αλλά ξεφύγαμε, για υποκριτική μιλάγαμε. Πάντως και τό γράψιμο, μια υποκριτική είναι κι αυτό. Ο άγγελος τερζάκης – που δεν τόν θεωρώ και ιδιαίτερα σημαντικό συγγραφέα, μεταξύ μας, – έχει σε κάποιο βιβλίο του καταγράψει τή συζήτηση που είχε με μια νεαρή σπουδάστρια στην σχολή τού εθνικού θεάτρου (νομίζω ήταν εκεί διευθυντής ένα διάστημα) : τού είπε η κοπέλα λοιπόν κάτι σαν «Εσείς είσαστε τυχερός γιατί γράφετε ό,τι θέλετε, εμείς πρέπει να μαθαίνουμε παπαγαλία και απέξω και να λέμε πάντα μόνο αυτά που `χει γράψει ένας άλλος». Μού έκανε μεγάλη εντύπωση που τής απάντησε αυτό ακριβώς που θα τής έλεγα κι εγώ (γιατί είχα μπει πια σ` αυτόν τόν δρόμο και είχα αρχίσει να ψυλλιάζομαι μερικά τής δουλειάς) : «Κάνεις λάθος, καθόλου δεν κάνουμε ό,τι θέλουμε. Πρέπει να προσαρμοστούμε στους ήρωές μας, να κάνουμε μια κατάδυση για να τούς βρούμε ποιοί είναι πραγματικά, πρέπει να μπούμε με λίγα λόγια στο πετσί τους, ο συγγραφέας ένα είδος ηθοποιός είναι δηλαδή κι αυτός – στο μεγαλύτερο μέρος τής δουλειάς». Καταπληκτική απάντηση, ήθελα να τού βγάλω τό καπέλο, έτσι ακριβώς μού φαινότανε και μένα ότι είναι τά πράγματα – στο μεγαλύτερο μέρος τής δουλειάς.

   Πάντως αυτό είναι άλλη συζήτηση, πάλι ξεφεύγω απ` τό κυρίως θέμα. Τό πιο κρίσιμο ζητούμενο λοιπόν για μένα στην τέχνη τού ηθοποιού είναι αυτό, τό τελικό (πέρα από τήν εξάσκηση, και τήν κατάδυση, και τό ταλέντο) : τό ότι πρέπει να πατάει πάντοτε με τά δυο του πόδια σε διάσταση, στηρίζοντας σε άλλο πάτωμα τό καθένα : Μπορεί να μην είναι περίεργο που αυτό διατυπώθηκε για πρώτη φορά, εμπεριστατωμένα (απ` ό,τι ξέρουμε τουλάχιστον) τήν εποχή τού διαφωτισμού : «τό παράδοξο» τού ντιντερό [ έγινε γνωστό στην ελλάδα από τό περιοδικό «θέατρο» τού κώστα νίτσου, ένα σπάνιο έντυπο, απ` αυτά που δεν υπάρχουνε εύκολα σε καμιά χώρα τού κόσμου, νομίζω – έβγαινε τή δεκαετία τού `60, από τίς αρχές της – έκλεισε με τή χούντα, μετά συνέχισε (ξαναβγήκε πρώτο τεύχος με μια κόκκινη γκιλοτίνα στο εξώφυλλο), τώρα πια βρίσκεται μόνο στα παλαιοπωλεία, αν βρίσκεται – η ιδιομορφία τού «θέατρου» δεν ήταν μόνο η απόλυτή του αφοσίωσή του στο θέμα του, αλλά και η φοβερά ωραία του εμφάνιση, τυπογραφική και άλλη : τέτοια έντυπα δεν ανήκανε σε καμία περίπτωση σε μια τριτοκοσμική χώρα όπως η ελλάδα μάλιστα τότε ] «τό παράδοξο τού ηθοποιού» λοιπόν τού ντιντερό ξεσήκωσε συζητήσεις για πολύ καιρό όταν πρωτομεταφράστηκε. Ο εξαιρετικός αυτός άνθρωπος καθώς μέσα από τήν συγγραφή τής «εγκυκλοπαίδειας» είχε αναγκάσει τόν εαυτό του να ασχοληθεί με τά πάντα σχεδόν, είδε πολύ καθαρά, με εξαιρετικά μοντέρνο μάτι κιόλας θα λέγαμε για τήν εποχή του (τέτοιες αρλούμπες λέμε νομίζοντας ότι η εποχή μας είναι σπουδαιότερη δήθεν από τίς άλλες), τό παράδοξα δισυπόστατο τής υποκριτικής πράξης : οφείλεις να είσαι αυθόρμητος και φυσικός, και συγχρόνως συγκρατημένος και εγκεφαλικός : οφείλεις να είσαι αφημένος έρμαιο στα συναισθήματα που νιώθει ο ήρωάς σου (η ηρωίδα σου) και ταυτόχρονα να παρακολουθείς τόν εαυτό σου ψυχρά, έχοντας τόν απόλυτο έλεγχο τής αυθορμησίας σου.

        

   Στην πράξη δύο φορές έχω πέσει πάνω σε αξιομνημόνευτες μαρτυρίες από ανθρώπους τής δουλειάς, γι` αυτό τό θέμα : η μία ήταν γραφτή, τού απόμακρου αγγλοσάξονα λώρενς ολίβιε για τήν πρώτη φορά που απόκτησε τήν αδυναμία να έχει τρακ – ήταν μια αδυναμία που τού έλειπε – και τό πώς, εκείνη τή μέρα παρακολούθησε σχεδόν σαν μέσα σ` όνειρο, τόν εαυτό του να παίζει καλύτερα. Η δεύτερη προέρχεται από συνέντευξη που έδωσαν ο βισκόντι με τήν κάλλας – μεσογειακοί αμφότεροι –, και αποτελεί κι ένα κλειδί για τήν σημαντικότατη συνεισφορά τού ιταλού σκηνοθέτη στην ερμηνευτική ιδιοφυία τής ελληνίδας μουσικού (η ίδια τήν τόνισε αυτήν τήν συνεισφορά, δίνοντας ακριβώς αυτό τό παράδειγμα : ) Επρόκειτο για τό ανέβασμα τής υπνοβάτισσας τού μπελίνι, ο βισκόντι με τήν τελειομανία του είχε τόν απόλυτο έλεγχο τών πάντων, ακόμα και τών κουστουμιών. Ρωτάει η κάλλας   – Μαέστρο, πώς μπορεί να φοράει η υπνοβάτισσα τόσα κοσμήματα, αφού είναι μια φτωχή χωριατοπούλα ;
   
Απάντηση από τόν βισκόντι :  – Μαρία δεν είσαι μια χωριατοπούλα, είσαι η Κάλλας που παίζει τήν χωριατοπούλα.

  

   Αυτή είναι η έμπρακτη επιβεβαίωση από τούς (πολύ) μεγάλους λοιπόν ανθρώπους τής δουλειάς : ούτε ο απόλυτος έλεγχος, ούτε η απόλυτη ενσωμάτωση στον νατουραλισμό τής ψυχολογίας αποδίδει : αυτό τό «αντιρεαλιστικό» παράδοξο οδηγεί σ` έναν «εξπρεσιονισμό» που είναι εκ τών ων ουκ άνευ και για κάθε έργο : ακόμα και η κινηματογραφική υποκριτική, που υποτίθεται ότι είναι χαμηλόφωνη και ρεαλιστική, στον ίδιο εξπρεσιονισμό υποκύπτει : δηλώνεις ότι ερμηνεύεις τήν ίδια τήν ώρα που προσπαθείς να ερμηνεύσεις χωρίς να δηλώνεις τίποτα. Όσο καλύτερος είναι ο ηθοποιός, τόσο πιο πολύ ρισκάρει πάνω σ` αυτό τό τεντωμένο σκοινί : η φυσικότητα ως επίδειξη τής φυσικότητας, η φύση μέσα στο πλαίσιο τής κορνίζας και τού  καμβά. Εξαυτού και πλήττουμε με τούς κακούς ηθοποιούς που επειδή δεν ξέρουν να παίξουν μιλάνε μονότονα νομίζοντας ότι έτσι πλασάρουν σύγχρονη υποκριτική : τό μεγάλο μάθημα εδώ θα μπορούσε να τό δώσει ο μάρλον μπράντο : η υποκριτική του ήταν τόσο εξοργιστικής φυσικότητας και συγχρόνως τήν έλεγχε τόσο απόλυτα που είχε σηκώσει πολλά ανέκδοτα : μια καλή του συνάδελφος (απ` τό actor`s studio ; πιθανόν, δεν θυμάμαι) μια φορά έλεγε : Παίζαμε μαζί και μού είχε σπάσει τά νεύρα. Εγώ έλεγα τήν ατάκα μου, κι αυτός για ν` απαντήσει έκανε μια ώρα. Σ` ένα διάλειμμα τού λέω  – Άκου να δεις Μάρλον, εσύ μπορεί να είσαι ιδιοφυής ηθοποιός αλλά εγώ είμαι ηθοποιός σκέτη. Τί θες να κάνω όση ώρα περιμένω να απαντήσεις, να πλύνω τά πιάτα ν` αρχίσω να πλέκω ή να γράψω κάνα βιβλίο ; Τήν επόμενη φορά δεν προλάβαινα να ρωτήσω και τσακ μού πέταγε τήν ατάκα. Μού εκσφενδόνιζε τίς απαντήσεις του στα μούτρα ιλιγγιωδώς, τή μία μετά τήν άλλη μπαμ-μπαμ-μπαμ.
  
Τό ανέκδοτο δηλοί ότι ο μπράντο, ως ιδιοφυής πραγματικά ηθοποιός, αδυνατούσε να βρεθεί μέσα στα όρια τού φυσιολογικού, και μόνο μέσα από τήν υπερβολή έβγαζε αυτό που θεωρούνταν η εξοργιστική του φυσικότητα.

   Η ακραία όμως αποτυχία τής κακής υποκριτικής βρίσκεται στην ανάγνωση τής λογοτεχνίας – και δεν υπάρχει πιο αποτυχημένη ανάγνωση από αυτήν που προσπαθεί να αποδώσει φυσικότητα στον γραπτό λόγο : δυστυχώς αυτό είναι τό μόνο είδος ανάγνωσης που φαίνεται να γνωρίζουνε οι ηθοποιοί, αλλά και οι ίδιοι οι γράφοντες κατά κανόνα στη χώρα μας (αν και όχι στις ευρωπαϊκές χώρες που μπορώ να παρακολουθήσω, όπου τόσο οι άνθρωποι τού θεάτρου όσο και οι ίδιοι οι συγγραφείς διαβάζουνε κατά μέσον όρο καλά τή δουλειά τους, παρακολουθώντας δηλαδή τούς ρυθμούς τού κειμένου και ισορροπώντας τους όσο πιο δημιουργικά και διακριτικά μπορούν με τό νόημα) : εδώ όμως είναι μεγάλη η ευθύνη τής εκπαίδευσης και τής εξάσκησης που δεν παρέχεται στη χώρα μας : και θα χρειαζόταν να γράψω πάρα πολλά για να εξηγήσω ότι καθώς η ανάγνωση είναι ένας επιπλέον τρόπος ερμηνείας, αυτή η ερμηνεία προαπαιτεί μια καλλιέργεια (ή και τήν απλή έστω γνώση) κάποιας θεωρίας – ως προς τό τί δηλαδή ακριβώς κάνει αυτή η (γραπτή) τέχνη : τό ότι ο στόμφος π. χ. δεν είναι τό ζητούμενο στο γράψιμο και συνεπώς δεν μπορεί να είναι ούτε και στην ανάγνωση : τό ότι ο γραπτός λόγος επίσης βρίσκεται σε διάσταση (ακόμα και στις πιο «ρεαλιστικές» του μορφές) (όπως ακριβώς και η ζωγραφική ή η μουσική ή ο χορός) σε απόλυτη διάσταση λοιπόν από τήν «απλή» (και τί θα πει αυτή η λέξη ποτέ δεν κατάλαβα) αναπαραγωγή τής πραγματικότητας.

   Ως προς τόν στόμφο όμως που, με περίεργο τρόπο, συνοδεύει και τήν δήθεν φυσικότητα και τήν ξεχειλιστική συγκίνηση, η πανωλεθρία και τό βατερλώ κάθε ηθοποιού  είναι η ποίηση : και θα `τανε για γέλια αν δεν ήτανε για κλάματα ο τρόπος που προσπαθούν οι άνθρωποι να διαβάσουνε «με νατουραλισμό» τόν καρυωτάκη ή τόν καβάφη ας πούμε, αποδίδοντας μάλιστα και με φυσικότητα «θεατρική» τούς δήθεν «διαλόγους». Πρόκειται για μια βαθειά έλλειψη όμως γενικής παιδείας που κάνει αρχικά τά παιδιά να βγαίνουν από τό σχολείο και να μην ξέρουν να σού πουν τί είναι ακριβώς κατά τή γνώμη τους  ένα ποίημα : οι περισσότεροι νομίζουν ότι αυτό που διακρίνει τό ποίημα από τόν πεζό λόγο είναι η συγκίνηση να ξεχειλίζει, τό συναίσθημα να σέ πνίγει, και να έχει και μικρότερες αράδες όταν τό βλέπουν γραμμένο. Εξαυτού είναι αδύνατο να παρακολουθήσουνε τίς περιπέτειες τού ρυθμού, και προσπαθούν να βρουν σώνει και καλά τίς περιπέτειες τής υπόθεσης.

   Τό ακόμα πιο δύσκολο όμως για έναν ηθοποιό είναι η ομιλία στη μέση ενός τραγουδιού : ή τό τραγούδι που μιλιέται αντί να τραγουδιέται, ολόκληρο :  σ` αυτήν τήν περίπτωση ο ερμηνευτής όχι μόνο κάνει μια διαρκή τραμπάλα ανάμεσα στο νόημα τών λέξεων και τόν ρυθμό τους, αλλά πρέπει να επιδίδεται και σε μια ψυχρή σχοινοβασία για να μην χαθεί ο γενικός ρυθμός τού νοήματος μέσα στον εξωτερικό ρυθμό τής μουσικής που θα σκεπάσει κάποια στιγμή τά πάντα.


 

   Και νά ένα παράδειγμα : προσέξτε τί γλυκανάλατο τραγούδι καταδέχτηκε τό θηρίο ο orson welles να «τραγουδήσει» : μού φαίνεται απωθητική η λύση ότι «είχε ανάγκη από λεφτά» (έτσι έκανε και κάτι «εύκολες» ταινίες) : προτιμώ τήν εκδοχή ότι διασκέδασε με τήν ιδέα πως θα έπαιζε στα δάχτυλα τή συγκίνηση που θα μπορούσε να δημιουργεί κατά διαστήματα,  καθώς θα υιοθετούσε σε κάποιες λέξεις μια υποκριτική εξόχως  κλισαρισμένη και εμπορική, ενώ θα διατηρούσε ώς τήν τελευταία τελεία τή δυνατότητα να μεταπλάθει τό άρλεκιν σε σαιξπηρικό μονόλογο.

   Αγνοείστε παρακαλώ τίς μουσικούλες και τά χορωδιακά και απολαύστε ένα μεγαθήριο στον τρόπο που παίζει :

 

ξέρω τί θα πει να `σαι νέος, εσύ δεν ξέρεις τί θα πει να γερνάς

 

   πριν πάμε στο θέμα όμως για τό οποίο ήθελα να πολυλογήσω σήμερα, και μια που βρήκα στο γιουτούμπ και κείνη τή συνέντευξη τής maureen stapleton που αφηγείται για τό πώς ο μπράντο άλλαζε υποκριτική ανάλογα με τό τί τού ζητούσαν, σάς βάζω εδώ αυτόν τόν σύνδεσμο για να τό δείτε αν θέλετε : (επειδή τό βίντεο είναι από ένα ντοκυμανταίρ για τή ζωή του, μπορείτε να πάτε κατευθείαν στο όγδοο λεπτό, 8 : 21΄ για τήν ακρίβεια) (δυστυχώς ο ήχος στο γιουτούμπ είναι πολύ χαμηλός – θα καταλάβετε τήν αφήγηση τής πολύ καλής αμερικανίδας ηθοποιού περισσότερο από τίς κινήσεις της).

 

   αλλά, να πάρει η ευχή, δεν ξεκίνησα σήμερα για τόσο πολλά – ένα παράδειγμα μόνο απόλυτα σημερινής υποκριτικής ήθελα να βάλω – αφού όμως φτάσαμε ώς εδώ ας πω μερικά εισαγωγικά και για τήν ιστορία :

   ίσως θυμόσαστε μια ταινία στις αρχές τού `90, πιθανώς να `χει παιχτεί δηλαδή και στην τηλεόραση, εγώ πάντως τήν είδα στο σινεμά : ήταν η πρώτη φορά που άκουσα τότε τή μέρυλ στρηπ να τραγουδάει και φαινότανε σαφώς ότι δεν είναι ντουμπλαρισμένη – προσωπικά η υποκριτική τής γυναίκας αυτής μέ σκλάβωσε από τήν πρώτη στιγμή που τήν είδα στον ελαφοκυνηγό, δεν είχα όμως κανένα δείγμα ώς τότε ότι μπορούσε να τραγουδήσει. Έψαξα παντού, και έψαχνα για καιρό στην αθήνα να βρω τό σάουντρακ αλλά δεν υπήρχε – και στο βερολίνο που βρέθηκα αργότερα έφαγα επίσης τόν κόσμο : πουθενά σάουντρακ αυτής τής ταινίας, ούτε καν τήν ήξερε κανείς μπορώ να πω. Μα τί διάολο, στον ύπνο μου τήν είδα ; Για να μην απομακρυνθώ από τή λογική κατέληξα μοιρολατρικά πως προβλήματα δικαιωμάτων θα μεσολαβούσαν ανάμεσα στις διάφορες εταιρείες (κινηματογραφικές απ` τή μια, μουσικές απ` τήν άλλη, συμβαίνουν αυτά τήν αμερική). Έτσι τό πήρα απόφαση αλλά δεν τό ξέχασα – φυσικά δεν είχε βρεθεί ούτε βίντεο. Καταλαβαίνετε λοιπόν τήν άφατη  αγαλλίαση που ένιωσα όταν με τό ιντερνέτ βρήκα αμέσως, αμεσότατα, σκηνές απ` τήν ταινία αυτή στο γιουτούμπ – και μάλιστα και τίς σκηνές ακριβώς τών τραγουδιών που ήθελα τόσο πολύ να ξανακούσω : ευλόγησα τήν τεχνολογία με χέρια και με πόδια τή μέρα εκείνη. 

   η ταινία είναι από ένα βιβλίο ευθέως αυτοβιογραφικό, και ήταν καλή και σαν ταινία διότι σκηνοθέτης της ήταν ο – εξαιρετικός – mike nichols, λεγόταν δε postcards from the edge [ κάρτες απ` τίς άκρες θα τό μεταφράζαμε, ή γράμματα από τή γωνιά, κι όλ` αυτά με τήν έννοια συγχρόνως ενός στην κόψη τού ξυραφιού, εδώ όμως παίχτηκε μάλλον με κάποιον άλλο τίτλο που δεν τόν θυμάμαι ] . Τό κάστ ήταν επίσης εξαιρετικό : μέρυλ στρηπ, σίρλεϋ μακ λαίην, ντένις κουέηντ, ρίτσαρντ ντρέϋφους, και ο τζην χάκμαν στον ρόλο τού σκηνοθέτη. Η υπόθεση ήταν ανάλαφρα σοβαρή και διασκεδαστικά ασήκωτη. Στην πραγματικότητα περιγράφει τή ζωή μιας κοπέλας καταδικασμένης από τή γέννησή της να `ναι κομπάρσα στις ζωές τών  μεγάλων : Στη δεκαετία τού `50 ή τού `60 είχε γίνει σκάνδαλο με τούς γάμους που κάνανε οι πολύ ωραίες σταρ κάθε τόσο χωρίζοντας άλλους σταρ από τίς γυναίκες τους, που κι αυτές ήταν πολύ ωραίες σταρ. Δεν ξέρω, πρέπει να ήταν ένα είδος σπορ ή και θέμα πρεστίζ για κάποιες, οι εφημερίδες ασχολούνταν πάντως συνέχεια με τήν μπριζίτ μπαρντό και τήν ελίζαμπεθ ταίηλορ. Ένα απ` τά θύματα τής τελευταίας ήτανε και κάποιος (ηθοποιός ; τραγουδιστής ;  θα σάς γελάσω) ονόματι φίσερ, έντυ φίσερ νομίζω, τόν οποίο η ωραία μας χώρισε μια ωραία ημέρα από τήν γυναίκα του, η οποία ήτανε η (λιγότερο ωραία) αλλά πολύ διάσημη επίσης, ντέπυ ρέϋνολντς. Χαλασμός κόσμου, κακό, η ντέπυ ρέυνολντς ήτανε πολύ δημοφιλής στην αμερική, και η ταίηλορ ταξινομήθηκε τελειωτικά στις στρίγγλες και τίς αντροχωρίστρες, ο δε φίσερ αδιαφορώντας άφησε σπίτια κι οικογένειες, τά ξέχασε όλα και πήγε μαζί της, μέχρι που κάποια στιγμή τόν άδειασε κι αυτόν για κάποιον άλλον – ίσως τόν ρίτσαρντ μπάρτον (παρεμπιπτόντως, πολύ καλός ηθοποιός. Αλλά κι η ταίηλορ δεν ήταν τελείως για πέταμα : στο ποιος φοβάται τή βιρτζίνια γουλφ (ταινία τού mike nichols κι αυτή) ήταν καλή – πήρε και όσκαρ για κείνη τήν ερμηνεία, αλλά αυτό είναι άσχετο). Ακριβώς μάλιστα ο μάϊκ νίκολς έκανε τήν πρώτη του εμφάνιση στο σινεμά με αυτό τό who`s afraid of virginia  woolf, αλλά (μολονότι πήρανε όσκαρ και οι δύο γυναίκες τού έργου) ο ίδιος έχασε από τόν άνθρωπο για όλες τίς εποχές, μπόρεσε όμως να μεταφερθεί μ` αυτήν τήν πολύ καλή μαυρόασπρη (στα όρια τού underground) ταινία από τό θέατρο στη βιομηχανία τού σινεμά και έβαλε στο τσεπάκι του κι ένα όσκαρ με τήν επόμενη ( : ο απόφοιτος – ντάστιν χόφμαν και λοιποί, θυμάστε). Στην ταινία για τήν οποία μιλάμε λοιπόν τώρα πιάνει ένα «παρεπόμενο» τής προσωπικής ζωής τής ταίηλορ – αυτό που είχε να κάνει με τήν καταστροφή τής προσωπικής ζωής τής ρέϋνολντς – και με τήν ευκαιρία, ας τήν δούμε καταρχάς αυτήν, σε μία σκηνή από τό singin in the rain όπου πρωταγωνιστούσε με τόν τζην κέλλυ. Τό απόσπασμα που θα βάλω δεν είναι σπουδαίο, υπάρχουν καλύτερα κομμάτια δηλαδή και με τούς δυο τους στην υπόλοιπη ταινία – που μπορεί να τήν δει κανείς ολόκληρη σχεδόν στο γιουτούμπ – τό τραγούδι είναι νερόβραστο και η υποκριτική ανύπαρκτη, αλλά ... προσέξτε τά σκηνικά – θα μάς ξαναχρειαστούν – (μιλάμε για πολύ καλό σκηνοθέτη που δεν αφήνει να τού πέσει κάτω τίποτα) :

 

  

   η υπόθεση λοιπόν τού έργου : παιδί χωρισμένων γονιών, προικισμένη και τά λοιπά, αδιαφορεί για όλα και τό `χει ρίξει στην πρέζα – και σε ό,τι άλλο υπάρχει. Κάποιος τήν μεταφέρει μισοπεθαμένη ένα πρωί στο νοσοκομείο μετά από υπερβολική δόση : έτσι αρχίζει η ταινία :

   μαμά και πατριός τήν κλείνουν σε κλινική αποτοξίνωσης – κλωτσάει, κλωτσάει αλλά τό παίρνει απόφαση να ανανήψει. Βγαίνει ερειπωμένη από τόν χωρισμό που τήν οδήγησε στην overdose και προσπαθεί να δουλέψει. Κάποιος σκηνοθέτης τής έχει δώσει μια ευκαιρία μ` ένα ρολάκι, αλλά τήν στραβοκοιτάει συνεχώς και τήν έχει για διώξιμο καθώς τήν έπιασε μια φορά να κάνει νταραβέρι με κάποιον μέσα στο στούντιο. Νιώθει βραχυκυκλωμένη, δεν μπορεί να τόν πείσει ότι τής αξίζει ο ρόλος. Κάποιος εκτός κυκλώματος (ο dennis quaid) τής τά ρίχνει με πολλές φιοριτούρες και αισθήματα, και τήν καταφέρνει να τόν πάρει στα σοβαρά. Λίγο αργότερα, σωστά ή λάθος, αυτή θεωρεί ότι τήν πούλησε και ετοιμάζεται να ξανακυλήσει. Η μαμά, πρώην διάσημη τού χόλυγουντ και τώρα ψιλο-αλκοόλα ανησυχεί αλλά δεν μπορεί να τήν στηρίξει ιδιαιτέρως. Στον (δεύτερο σύζυγο) πατριό δεν δίνουν αμφότερες και μεγάλη σημασία, αν και είναι τρυφερός και καλοπροαίρετος.

   με τόν νέο χωρισμό η τύπισσα ξανακυλάει αλλά αυτή τή φορά τά καταφέρνει να σταθεί στα πόδια της : διότι μεσολαβεί και αυτοκινητιστικό δυστύχημα τής μαμάς, τό οποίο τήν πανικοβάλλει και τήν συνεφέρνει (τήν κόρη). Στο νοσοκομείο [ παρεμπιπτόντως, υπάρχει μια πολύ κινηματογραφική σκηνή όπου η σίρλεϋ μακλαίην (ως μαμά) έχει τό θάρρος (ως ηθοποιός) να βαφτεί σιγά-σιγά μπροστά στον φακό από τήν αρχή, και από ξεπλυμμένη άρρωστη να ξαναγίνει σταρ για χάρη τηλεοπτικού συνεργείου ] ένας γιατρός (ο richard dreyfuss) γουστάρει τήν κόρη, τής τά ρίχνει ευγενικά και διακριτικά, και κάτι χαρμόσυνο αρχίζει να αχνοφαίνεται στον ψυχικό της ορίζοντα. Εδώ είναι μια σκηνή με τήν μαμά και τήν κόρη σε μια γιορτή στο σπίτι όπου τά δύο υποκριτικά μας παραδείγματα δράττονται τής ευκαιρίας με τήν ευφυή συνδρομή τού σκηνοθέτη να τραγουδήσουν αμφότερες : αυτή ήταν η πρώτη έκπληξη για μένα, και η μία από τίς δύο σκηνές που έψαχνα μετά μανίας να βρω, αναζητώντας σάουντρακ και βίδεο : απολαύστε τις – η shirley maclaine άψογη ως γερασμένη και αποσυρμένη debbie reynolds : (προσέξτε τί δημιουργικά χρησιμοποιούν κι οι δυο τό εύρημα με τό τζάκετ που φοράει η κόρη στην αρχή) :

  

 

   ό σενάριο προέρχεται λοιπόν είπαμε από τό βιβλίο που έγραψε η carrie fisher– είχε παίξει τελικά αρκετά στο σινεμά (ψάχνοντας τό γιουτούμπ τήν θυμήθηκα στο παλιό εκείνο shampoo, με τόν (αδελφό τής shirley maclaine) warren beatty που ήταν και η πρώτη της ταινία τό 1974, αλλά οι οπαδοί τών διαστημικών θα τήν θυμούνται ίσως από τό star wars) (βρίσκονται όλα εύκολα – κυρίως όμως υπάρχει στο youtube μια χαριτωμένη συνέντευξή της όπου μιλάει και η μαμά). Νομίζω όμως ότι στα όρια αυτής τής ανάρτησης τό μόνο που θα είχε κάποιο νόημα τώρα να ανεβάσω είναι αυτό :  (τίς βλέπετε και τίς δύο μετά από κάποια χρόνια, υποθέτω : )

 

 

   η συνέχεια : έχοντας πείσει τόν σκηνοθέτη (ο gene hackman είπαμε) για τίς καλές της προθέσεις καθώς και για τό ότι έχει καθαρίσει, παίρνει τόν ρόλο που τήν ενδιαφέρει στην ταινία : υπάρχει μια μικρή σκηνή όμως προς τό τέλος που δείχνει στιγμιαία κι αδιόρατα αυτήν τήν στόφα εξαιρετικής ηθοποιού : πρέπει να πάει στο στούντιο για τά τελευταία γυρίσματα και είναι τρακαρισμένη, δοκιμάζει να πάρει κάτι για να ηρεμήσει, και οδηγεί με τ` αυτοκίνητο προς τό στούντιο : και όταν φτάνει στον περίβολο κάνει εμετό : τό στομάχι της και τό μυαλό της και η ψυχολογία της δεν τά χρειάζονται πια. Μπαίνει μέσα στο στούντιο αλαφιασμένη γιατί νομίζει πως έχει αργήσει και ο σκηνοθέτης τήν καθησυχάζει ευγενικά  – Μην κάνεις έτσι, τής λέει, καθόλου δεν άργησες, ηρέμησε. Τότε αυτή λέει δειλά  – Μήπως μπορώ να `χω λίγη κόκα (τραυλίζει, κοκκινίζει και στο τέλος καταφέρνει να συμπληρώσει : - κόλα ; )

   Ας δούμε λοιπόν τήν τελευταία σκηνή τής ταινίας. Προσέξτε πώς η μέρυλ στρηπ τραγουδώντας και μιλώντας ξαναβρίσκει τήν υποκριτική τού όρσον ουέλλες που λέγαμε παραπάνω (ναι πρέπει να τόν λέμε ουέλς τώρα). Τό τραγούδι I`m checking out (of this heartbreak hotel) είναι στην ουσία κάντρυ και στην αμερικάνικη μουσική παράδοση έχουμε αρκετά heartbreak hotel – διότι δεν πρόκειται ουσιαστικά για ξενοδοχείο : είναι η φάση τής ζωής σου που σού `χουν κάνει τήν καρδιά κομμάτια, και συνεπώς, και επειδή η λέξη «ξενοδοχείο» είναι και πολύ μεγάλη και άκαμπτη στα ελληνικά για να μπεί σε στίχο, θα μπορούσαμε να τό μεταφράσουμε «εγώ δε μένω άλλο στη χώρα  τού χαμού» – κι αν δεν σάς αρέσει, αφήστε το στο μυαλό σας αμετάφραστο. Δείτε όμως έναν άνθρωπο που ξέρει να τραγουδάει και να μιλάει συγχρόνως, όπως μόνο οι πολύ μεγάλοι τής δουλειάς ξέρουνε :

  

 

   Και με τή ροκιά τής μέρυλ σάς αφήνω τώρα. Θα λείψω για λίγο για δουλειές – δεν θα `μαι δηλαδή μακριά από τήν αθήνα αλλά μπορεί να μην γίνεται να μπαίνω εδώ κάθε μέρα. Θα τα ξαναπούμε σύντομα.

   Ελπίζω να διασκεδάσετε επαρκώς και ερήμην μου

 

 

 

          copyright © 2oo9 hari stathatou for the text, all rights reserved 

                            
  
  φωτογραφίες από πάνω και από αριστερά : η sarah bernhardt από τόν nadar / meryl streep / τό εξώφυλλο τής Εγκυκλοπαίδειας τών denis diderot (1713–1784) και jean d` alembert (1717–1783) / ο orson welles στον Πολίτη Καίην τό 1941, όταν ήταν 26 χρονών – η ταινία ήταν μια επανάσταση για τόν κινηματογράφο με τήν ανατρεπτική χρήση τής μηχανής, τή χρήση τού φωτισμού, τίς ανορθόδοξες γωνίες λήψης, τήν αντίληψη τού χρόνου, τό βάθος πεδίου και τά μεγάλα πλάνα – αλλά δεν έγινε κατανοητή και ήτανε εμπορική αποτυχία – συν τοις άλλοις γιατί τήν πολέμησαν αποσιωπώντας την και τά έντυπα τού μεγαλοεκδότη με τή ζωή τού οποίου υποτίθεται ότι ασχολούνταν  //  η μέρυλ στρηπ στην Ερωμένη τού Γάλλου Λοχαγού / αυτόγραφο τού όρσον ουέλλες με τήν υπογραφή του / αφίσα τού F for Fake, απ` τίς τελευταίες ταινίες τού ουέλλες περί Αλήθειας και Ψέματος στην Τέχνη / ο λώρενς ολίβιε επισκέπτεται τόν ουέλλες στο δουβλίνο όπου έχει ανεβάσει τήν πρώτη θεατρική μορφή τού Φάλσταφ  (Chimes at Midnight) τό 1960 / η σάρα μπερνάρ από τόν φωτογράφο ναντάρ / η μαρία κάλλας στο πιάνο μελετάει παρέα με τό σκυλάκι της / ο Πιερόττος Φωτογράφος τού ναντάρ / τόμοι τής Εγκυκλοπαίδειας όπως διασώζονται σήμερα (εκδιδόταν από τό 1751 ώς τό 1772, κείμενο 17 τόμοι, εικόνες 11 τόμοι) / ο denis diderot (1713 - 1784) / η κάλλας τό `57 στην Υπνοβάτισσα τού μπελίνι  //  ο ουέλλες με τήν μηχανή του / η κάλλας ακούει τόν βισκόντι στις δοκιμές τού La Vestale (η Εστιάδα) © Fotografia Piccagliani / ο μπράντο στο Λιμάνι τής Αγωνίας

 

  

 

 
   
διάλογος με: 4 ►  
   


υπάρχει και άλλος τόπος
όμως

 

τείχη τοίχοι τύχη : εισαγωγικά

 

 

αθώα λευκά χαρτιά

εκτός από τά κείμενα άλλων που θα μπορείτε να διαβάζετε εδώ (και τά οποία είναι (είμαι βέβαιη) παντός καιρού) τά δικά μου γραφτά πάρτε τα σαν ημερολόγιο που θα απωθεί ηπίως τήν επιμελή αποθέωση τής επικαιρότητας (όσο για τό κοπυράϊτ, τόσο σ' εκείνα όσο και στις μεταφράσεις μου, που – κατά καιρούς – θα σάς παραθέτω, μού ανήκει βέβαια) αλλά
αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορείτε να τά αναπαράγετε αν θέλετε (φτάνει να αναφέρετε τήν πηγή – απλά και συνηθισμένα πράγματα που λέμε) *
(οι φωτογραφίες επίσης θαν' δικές μου αν σάς τό πω  – αλλά πολλές άλλες φωτογραφίες, πίνακες, σχέδια και γκραβούρες, αν δεν σάς πω κάτι άλλο, θα είναι από κάποια σελίδα ιντερνετική – και, φυσικά, όπου βρίσκω τό όνομα τού δημιουργού τό αναφέρω)



 

μπορείτε επίσης να δείτε (αν έχετε διάθεση μόνο για πεζογραφία) (και για λίγα ίσως πράγματα παραπάνω για μένα) τήν ιστοσελίδα μου  απολίτιστες τέχνες : εκεί είναι και εκτενέστατα τμήματα από τά (εκδομένα και ανέκδοτα) μυθιστορήματα που έχω μέχρι τώρα ετοιμάσει για εδώ  ^ < > # + = και θα ακολουθήσουνε, θέλω να ελπίζω σύντομα, και τά (ακόμα πιο) εκτενή τους κείμενα (ολόκληρα) : σκοπεύω να εκδόσω τά πάντα εναερίως δηλαδή στο ιντερνέτ



*
(επ' αυτού να θεωρώ ότι θα θεωρήσετε αυτονόητα τά όσα γράφει τό εξαιρετικό μπλοκάκι τής L' Enfant de la Haute Mer για τούς όρους αναδημοσίευσης)
και να συμπληρώσω ότι δεν είναι αξιοπρεπές να κλέβει κανείς άλλους, όταν έχει έναν εαυτό απ' τόν οποίο μπορεί να κλέψει ελεύθερα – και μην υποτιμάτε τή δημιουργικότητά σας : όσοι τό 'καναν τιμωρήθηκαν και τούς είδαμε να ασχημαίνουν.

© ο πίνακας τού τίτλου : david hockney : Not Very Big Blue Balls (λεπτομέρεια), 1991, oil on canvas (98,10 x 128,60 cm), η μαυρόασπρη φωτογραφία δικιά μου (δηλαδή τής γάτας μου) (τήν εποχή που δεν υπήρχανε ακόμα τά λαπτόπ) © ο πίνακας στο μπάνερ για τήν ιστοσελίδα με τά βιβλία μου (λεπτομέρεια) : δικός μου, 1989  ©  τό χαρακτικό με τούς κρεμασμένους : από τήν 1η έκδοση τών ποιημάτων τού françois villon, παρίσι 1489  ©

 

και τό άπειρο να συμφιλιωθούμε

giordano bruno stiftung / emily brontë
herbert marcuse / γιάννης ξενάκης
tom waits και david bowie
happy few / stachtes / silentcrossing
talisker μαύρη / talisker πορφυρή /
ροΐδης
αγριμολόγος / gatouleas / κελαηδίσματα
post.scriptum.inter - action και ο άλλος ρο
undantag και omadeon και ρενάτα
μπαλόνι κόκκινο / head-charge / κατερίνα
l' enfant de la haute mer και γιώργος μίχος
ο δρόμος με τίς φάμπρικες
/ geographies
έγκλημα και τιμωρία / tsironakos

φώτης τερζάκης / the act of touching
no budget / futura
maya's life / maya's playground
positive atheism και jane austen
heinrich von kleist / gregory markopoulos
emily dickinson ή walther von der
vogelweide

κι άλλα πολλά μπλοκάκια και σελίδες
και όχι μόνο για τή
γλώσσα και λοιπά
που θα τά πούμε εν καιρώ στις από
δίπλα
αριστερά πολυλογίες

 

 

τά εκδομένα μου βιβλία :

συνεργασίες :

 
από εκατό δρόμουs

χαρη λέει στο: 12 τό εγώ είναι άλλη :
ανώνυμα λέει στο: 12 τό εγώ είναι άλλη :
χαρη λέει στο: 21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
Aikaterini Tempeli λέει στο: 21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
Aikaterini Tempeli λέει στο: 21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
χαρη λέει στο: 2 τείχη τοίχοι τύχη
ανώνυμα λέει στο: 2 τείχη τοίχοι τύχη
χαρη λέει στο: 21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
undantag λέει στο: 21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
χαρη λέει στο: 8 μια ωραία μαργαρίτα εις τά δάση μια φορά ... ...
Aikaterini Tempeli λέει στο: 8 μια ωραία μαργαρίτα εις τά δάση μια φορά ... ...
χαρη λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
gatouleas λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
χαρη λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
Aikaterini Tempeli λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
χαρη λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
tsal λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
χαρη λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
ανώνυμα λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
ανώνυμα λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
κόκκινο μπαλόνι λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
ανώνυμα λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
head charge λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
χαρη λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
head charge λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
head charge λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
χαρη λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
Post.Scriptum.Inter-Action. λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
χαρη λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
Post.Scriptum.Inter-Action. λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...




αρχείο



νοέμβριος 2012(2)

21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
9 σαβουάρ βιβρ

φεβρουάριος 2010(1)

20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας

δεκέμβριος 2009(2)

12 τό εγώ είναι άλλη :
19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...

νοέμβριος 2009(3)

γ υποκριτικό διάλειμμα
17 γλωσσικά
18 gottfried von strassburg

οκτώβριος 2009(2)

15 american stories (θετικισμός και πολυλογίες)
16 οι γάμοι

σεπτέμβριος 2009(2)

13 περί βιβλίων
14 υπό ξένην σημαία

αύγουστος 2009(8)

α β γ : γραψίματα και σχόλια
5 περί ψεμμάτων (συνέχεια) : καβάφης
6 καβάφης / περί έρωτος
7 γιατί η βία είναι μία αηδία
8 μια ωραία μαργαρίτα εις τά δάση μια φορά ... ...
β γενικές δοκιμές : απόπειρα μεταφοράς t. s. e.
10 τό θηρίο στο χαλί
11 περί αναρχίας ...

ιούλιος 2009(5)

1 χαρισμένα (και αντί εισαγωγής)
2 τείχη τοίχοι τύχη
3 τό χαλί τών επικαίρων
α διάλειμμα για τό μπλουζ τού πρίγκηπα
4 η τέχνη τής πολιτικής ψευδολογίας






άλλοι σύνδεσμοι









          επαφή

           



           Site Meter