17 γλωσσικά
 


νοέμβριος 04 2009 (ώρα:23.39)
 
   

  

             

 

   Να πω (σαν αρχική και υποχρεωτική σχεδόν εξήγηση) ότι από τήν πρώτη στιγμή που ξεκίνησα τά σημειωματάριά μου – και μ` αυτό αναφέρομαι και στα δύο – ήθελα να ανεβάσω σαν εισαγωγήακριβώς και στα δύο – μια ανάρτηση για τή γλώσσα. Αλλά κάθε φορά κάτι φαίνεται γινόταν και όλο τήν έριχνα πίσω... Νά λοιπόν που τώρα ήρθε η ώρα (μετά και από ένα ποστ περί υποκριτικής) να γράψω (στο ένα μπλοκάκι τουλάχιστον) μερικά εισαγωγικά για ένα θέμα που είναι επίσης η συμπάθειά μου (και μεγάλο βάσανο) από παλιά και (επειδή τ` αναλύω στα βιβλία μου κυρίως) κατά συνέπεια εδώ θα είμαι σύντομη και συνοπτική : όρεξη από μέρους σας μονάχα να υπάρχει – και (όπως πάντα) κριτική διάθεση.

   Θα πρέπει βέβαια να εξηγήσω, αφού μιλάμε πρώτη φορά γι` αυτά, όχι διά μακρών που λέμε και χωρίς λεπτομέρειες, τό μονοτονικό που όπως θα προσέξατε ίσως ακολουθώ : τό ότι βάζω τόνους δηλαδή σ` όλα τά μονοσύλλαβα που τονίζονται για να τά διακρίνω αμέσως από τά όμοιά τους άτονα (ασχέτως τού πόσο ευφυείς είμαστε δηλαδή όλοι για να καταλαβαίνουμε και τή διαφορά στο νόημα αμέσως ( : πιστεύω ότι ένα γραπτό κείμενο δεν είναι δηλαδή για να μάς βάζει αινίγματα (παραπάνω από αυτά που θα ήθελε τό ίδιο και σε άλλο, πάντως, επίπεδο)) και φαίνεται ότι εγώ δεν είμαι πάντως και τόσο ευφυής διότι έχω βαρεθεί να γυρνάω πάμπολλες φορές πίσω για να καταλάβω σε ποιον ανήκει τί – κυρίως στις γενικές βέβαια γίνεται τό μπέρδεμα – διότι έχουμε καταλήξει βλέπετε να μη βάζουμε τόνους σε κανένα μονοσύλλαβο, ακόμα κι αν υπάρχει εμφανής ανάγκη : και μιλάω για βιβλία λογοτεχνικά επιστημονικά ή μεταφράσεις και όχι για «γρήγορα» μηνύματα εδωμέσα που θα μπορούσε λόγω βιασύνης ας πούμε οτιδήποτε να συχωρεθεί) έχω παραδείγματα πάμπολλα αλλά δεν χρειάζονται : αν θέλουμε να καθιερώσουμε τό ατονικό δεν θα `χα αντιρρήσεις ίσως παρά μόνο μία, κι αυτό επειδή προσωπικά έγινα φανατική οπαδός τού ατονικού από τό γυμνάσιο (έπεσε στα χέρια μου η αλληλογραφία τού καζαντζάκη με τόν πρεβελάκη, αν δεν κάνω λάθος – δεν τήν έχω ξανακοιτάξει από τότε – και καθώς ο συγγραφέας που τότε μ` άρεσε πολύ έγραφε έτσι αποφάσισα να τόν μιμηθώ), και εξακολουθώ πάντα να γράφω ατονικά τά κείμενά μου στην πρώτη τους γραφή που απευθύνεται αποκλειστικά σε μένα που μέ ξέρω, ή σε πολύ φίλους που μέ ξέρουν επίσης : ξέρω λοιπόν πολύ καλά όλες τίς λεπτομέρειες τών προβλημάτων που δημιουργούνται – τότε : κι η κυριότερη ιδιομορφία αφορά τό γεγονός ότι στα ελληνικά έχουμε πολλές λέξεις που γράφονται όμοια ή ακούγονται όμοια και μόνο ο τόνος [ ή η διαφορετική ορθογραφία (στην δεύτερη ανάρτηση ας πούμε εδώ, ο τίτλος ήταν φαντάζομαι ενδεικτικός (για τίς διαφορές στο νόημα ανάμεσα στους ίδιους ήχους, τό τείχη και τό τοίχοι μ` άλλα λόγια και τό τύχη )) ] τίς ξεχωρίζει : ακόμα κι αν γράφουμε λοιπόν ατονικά, σε κάποιες λέξεις θα χρειαστεί οπωσδήποτε να βάλουμε τόνο (δηλαδή και από τό θέα στο θεά, και από τό άλλα στο αλλά, και από τό κάλος στο καλός, και ούτω καθεξής) αλλά αυτό δεν είναι δικαιολογία : μπορούμε να χρησιμοποιούμε τό ατονικό και να `χουμε τούς τόνους για αυτές μόνο τίς περιπτώσεις. Τό ζήτημα είναι ότι δεν χρησιμοποιούμε τό ατονικό αλλά ένα μονοτονικό που μού φαίνεται εμένα ασυνεπές και πρόχειρο (συν τό ότι βγαίνουν αποπάνω και οι πολυτονιστές εδώ σχεδόν δικαίως, εφόσον με τό πολυτονικό υπάρχει μεγαλύτερη διαύγεια και καθαρότητα σ` αυτόν τόν τομέα, πράγμα που εμένα μέ πληγώνει αφάνταστα) γιατί εμείς είναι τότε σαν διακηρυγμένα να μην σεβόμαστε τό ίδιο τό φαινόμενο τής γλώσσας ή να `μαστε ιδιαίτερα αφελείς και να μην καταλαβαίνουμε ούτε κι εμείς οι ίδιοι τίς παρεξηγήσεις που μπορεί να γίνουν, ή : – ακόμα χειρότερα – ότι εμάς τότε πια δεν μάς πειράζει : ε, αυτά εμένα λοιπόν μέ πειράζουν, και πάνω απ` όλα μέ πειράζει η αντίληψη ότι δεν βάζουμε τούς τόνους στα μονοσύλλαβα διότι είναι ένας παραπάνω κόπος : μα τότε να μην τούς βάζουμε πουθενά, παραπάνω κόπος είναι και στα υπόλοιπα, κι αν δεν χρειάζεται ο τόνος στο «ο πατέρας μου είπε» τότε σίγουρα δεν χρειάζεται – και πολύ περισσότερο μάλιστα – στο «ο πατέρας», αυτό έλειπε, να μην ξέρουμε πού τονίζεται μια πολυσύλλαβη λέξη – που δεν έχει μάλιστα και όμοιά της άτονη. Με λίγα λόγια, με τό υπάρχον και εγκαθιδρυμένο μονοτονικό, μάλλον μόνο εκεί που όντως χρειάζονται οι τόνοι δεν τούς βάζουμε. Θα μού πείτε τί χρειαζόμαστε τόν τόνο στο (ένα από τά δύο) «τόν» ή στο (ένα από τά δύο) «τί» : απλή και στοιχειώδης γλωσσική συνέπεια είναι για μένα όντως τίς περισσότερες φορές : μπορεί να γίνει παρεξήγηση αλλά δεν γίνεται συχνά. (Στο «μπορεί» και στο «παρεξήγηση» δεν γίνεται πάντως καθόλου.) Συχωρέστε με, αλλά για μένα η γλώσσα είναι ένα λογικό φαινόμενο και μόνο ως λογικό μάς βοηθάει απεριόριστα – και αυτή είναι η σοφία και η μεγαλοσύνη του – να εκφραζόμαστε παράλογα όταν τό επιλέξουμε – : και τότε να είναι επιλογή και όχι βιασύνη, βαρεμάρα ή τσαπατσουλιά. (Εν πάση περιπτώσει τά εξηγώ λίγο και στα βιβλία μου αυτά, αλλά πρώτον, δεν θέλω να σάς κάνω να πάτε οπωσδήποτε εκεί (και τουλάχιστον θέλω να κολακεύομαι ότι όποιος πάει εκεί, δεν θα πάει για τά «γλωσσικά» μου – μόνο) και δεύτερον, μια που θα μιλήσω τώρα περί γλώσσας, χρειαζότανε ίσως κι αυτό, σαν εισαγωγή ας πούμε, εδώ)

 

    όπως (περίτρανα) φάνηκε λοιπόν (κι από έναν μόνο μικρό πρόλογο περί τόνων) τό γλωσσικό ήτανε πάντα ένα ζήτημα εξόχως μπερδεμένο στην ελλάδα, (όχι ότι δεν υπάρχει σ` άλλες χώρες, αλλά εκεί λύθηκε αρχικά σχεδόν απ` τόν μεσαίωνα) εξαιτίας τού ότι εδώ είχε τεθεί σε παρανομία η ζωντανή γλώσσα απ` τήν αρχή τού κράτους τού νεότερου (πληρώνουμε εν μέρει τίς δολοφονίες που προηγήθηκαν. Η επανάσταση τού `21 όντως κουτσουρεύτηκε, αναστάληκε κι εντέλει απότυχε, και κυβερνήσανε οι καλαμαράδες (έτσι αυτοί τούς έλεγαν) – δεν είναι μόνο ύστερα από μια αντίσταση στον φασισμό που κυβερνήσαν οι δοσίλογοι – η ιστορία έχει ξανασυμβεί – και κατ` αναλογίαν). Οι ρίζες για τήν καθαρεύουσα και για τήν καθωσπρεποσύνη της δεν είναι μόνο καθαρά γλωσσικές – δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα – αυτή η καθαρότητα μάς κοροϊδεύει. Μέσα από τήν επιβολή μιας γλώσσας ψεύτικης και νεκρής, και ανίκανης να μετακινηθεί συνεπώς προς τό μέλλον, ξεφυτρώνει η απαγόρευση να ζήσουμε τή ζωή μας εμείς οι ίδιοι μελλοντικά – και εμείς οι ίδιοι σε συνθήκες άλλες : τό επιχείρημα τών καθεστωτικών τής καθαρεύουσας ότι η δημοτική δεν έχει λέξεις για όλα τά πράγματα – και δη τίς επιστήμες – είναι τόσο πραγματικό, όσο και υποκριτικό και ψεύτικο : γιατί αποκλείει τήν εξέλιξη και τή ζωή επιστρέφοντας (και νομιμοποιώντας) ένα παρελθόν, τό οποίο επίσης δεν είχε λέξεις για όλα – αλλά αυτά τά όλα δεν έπρεπε ίσως να υπάρξουνε. Και, δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη για τό ότι, λέγοντάς το, έχω δίκιο, απ` τά σημερινά επιχειρήματα τών καθαρευουσιάνων (κρυφών πλέον, και διπλωματικών) που εξακολούθησαν να (αντ)επιτίθενται ακούραστοι (και εφευρετικοί, σχεδόν σατανικοί) από τήν πρώτη τή στιγμή που η ζωντανή μας γλώσσα (εντέλει) τύποις νομιμοποιήθηκε. Η σατανικότητά τους ακουμπάει, από τή μια μεριά, σε «υπαρκτές» πραγματικότητες (μια γλώσσα σε παρανομία, που δεν «δουλεύτηκε» στο στόμα και τό μυαλό τών ανθρώπων και τή ζωή τους, ελεύθερα, έχει προβλήματα (κι ελλείψεις) ασφαλώς, που όμως, τό χαρακτηριστικό της είναι, ότι έχει (ισχυρότατη) τήν δυναμική να τά λύνει : εξ αυτού οι νέες συντάξεις, και οι νέες λέξεις, που φτιάχνουνε οι νέοι άνθρωποι : είναι επιχείρημα υπέρ της, και μόνο αυτό : τό ότι μόνο νέοι άνθρωποι – τουτέστιν ζωντανοί, τήν έχουνε δικιά τους αυτοδίκαια : τήν εξελίσσουν) και από τήν άλλη «ακουμπάει» (η τρομοκρατία αυτή τής καθαρεύουσας) στην ανυπαρξία επαρκούς υπεράσπισης ουσιαστικά, απ` τή μεριά τής ζωντανής μας γλώσσας (η λέξη «δημοτική» είναι πολύ όμορφη, κι εγώ εξακολουθώ να τήν χρησιμοποιώ, κι ας βλάφτηκε από κάποιους υπερβολικούς τού παρελθόντος, που, μέσ` στην μάχη (δόθηκαν μάχες για αυτήν στο παρελθόν, όταν ήταν ακόμα και τύποις παράνομη, ναι, σκοτωθήκαν άνθρωποι, ζωές καταστραφήκαν, γίνανε και δίκες) μέσα σε κείνον τόν φανατισμό λοιπόν, οι (τότε) δημοτικιστές, υποστηρίξαν πράγματα εξίσου πεθαμένα από μια άποψη : τό μεγαλύτερό τους λάθος ήταν ότι επέμεναν σε μία βουκολική, και χωριάτικη δημοτική, που δεν είχε επίσης σχέση δηλαδή με τή ζωή μας. Τό άλλο τους λάθος ήταν ότι απέκλειαν κλισέ από τήν παλαιότερη τή γλώσσα, που ήταν ακριβώς αυτό : κλισέ, μικρά νεκρά συστήματα δηλαδή, που είχαν όμως (κι έχουνε, για όσο θα έχουνε) μία λειτουργικότητα : (Τό λάθος είναι τό να θέλουμε, τά νεκρά στοιχεία, να τά θεωρήσουμε ζωντανά, και ν` απαιτούμε από τήν ζωντανή τή γλώσσα, να `χει αυτά ως μπούσουλα : τό να τά χρησιμοποιούμε, δεν πειράζει : Και τούς νεκρούς μας, στη ζωή μας, όσο ζούμε και τούς χρησιμοποιούμε, και (θα) τούς θυμόμαστε : αλλ` ούτε είμαστε αυτοί, ούτε και ζούμε τή ζωή τους.) (Ο Καβάφης, και ο Παπαδιαμάντης, είναι καλοί οδηγοί γι` αυτό που λέω, αλλά γι` αυτό θα μιλήσουμε άλλοτε.)) Για να συνεχίσω λοιπόν για τήν ανεπαρκή υπεράσπιση, πρέπει να πω πιο συγκεκριμμένα ότι, από τήν εποχή τής «νομιμοποίησης» ουσιαστικά, η υπεράσπισή της υπήρξε μόνο ένας άνθρωπος : Και δεν υποτιμά τήν δύναμη αυτού τού ανθρώπου (που υπήρξε η παρηγοριά (πολλών ανθρώπων, τό ξέρω) και για χρόνια, και ο μόνος λόγος που εγώ τουλάχιστον άνοιγα εφημερίδα ουσιαστικά με ευχαρίστηση) να λέω ότι η υπεράσπιση τής ζωντανής γλώσσας απ` τήν μεριά τού Γιάννη Η. Χάρη, όλα αυτά τά χρόνια, είναι μια υπεράσπιση ανεπαρκής : Εκ πρώτης όψεως αδικώ τήν τόλμη του, και τό κουράγιο του, χρησιμοποιώντας αυτή τή λέξη, αλλά θέλω να εξηγήσω πως δεν εννοώ ότι ο ίδιος είναι ανεπαρκής : Ανεπαρκής είναι ο αριθμός ένας, τόν οποίο (προς τιμή του όμως) αντιπροσωπεύει : [ Εάν θυμόσαστε – όσοι είσαστε σε ηλικία (γάμου – με τή ζωντανή ζωή) τότε, γίνανε στην αρχή κάτι εκπομπές στην τηλεόραση, όπου δάσκαλοι δημοτικιστές (παλιοί), ακαδημαϊκοί, ανέλυαν ζητήματα τής γλώσσας – αυτής τής γλώσσας που απαιτούσαμε όλοι ξάφνου, με μια μόνο απόφαση, να ανασάνει ολόσωστα και ν` αρχίσει να τρέχει και μαραθώνιους. Μιλούσανε λοιπόν γι` αυτήν – σωστά : ]

 

 

 

 

 

 

 

   πήρχε ένα μικρό προβληματάκι εκειπέρα – μιλούσαν τεχνοκρατικά, τί πρέπει δηλαδή να λέμε, τί δεν πρέπει κλπ – πράγμα που κάνει τό όλο ζήτημα λίγο αλύγιστο, «διδακτικό», σχεδόν αδιάφορο : μα δεν πειράζει). Αυτές οι εκπομπές πάντως τελειώσανε νωρίς. (Ίσως γιατί αν συνεχίζονταν, θα ζωντανεύαν ακριβώς, κι αυτό ήταν επικίνδυνο : να μην ξεχνάμε πως καμία νομική μεταβολή προς τό δημοτικότερο (στη γλώσσα μας) δεν έγινε από καμιά επαναστατική κυβέρνηση : τήν πρώτη απόπειρα τήν έκανε μια (ευθαρσώς) δικτατορία (τού Μεταξά), κι αυτήν, τήν δεύτερη, μία κυβέρνηση δεξιά (ο Ράλλης.)) Συνεπώς τά όρια τής διάθεσης προς ανατροπή τής φιλοσοφίας τής καθαρεύουσας, ήτανε ήδη δεδομένα. Και οι δυνάμεις τής νέκρας (στη γλώσσα μας, και τή ζωή μας) τόσο (πάντα) ισχυρές, που η καθαρεύουσα πέρασε αμέσως τότε πια σχεδόν στην αντεπίθεση : Όσοι είσαστε σε ηλικία γάμου τότε κλπ, θα θυμόσαστε τόν κύριο Μπαμπινιώτη και τήν εκπομπή του (περί τού αν ομιλούμε ελληνικά ή όχι, και πότε) με αντίλαλό του τήν κυρία Κανέλλη – που παρουσίαζε : Και, ω τού θαύματος !  Ό,τι δεν κατάφεραν οι ακαδημαϊκοί, τά κατάφερε μια εκπομπή σ` ένα παιχνίδι – λαϊκής αποδοχής : Ό,τι βήμα πήγαινε να γίνει (από τούς παίκτες – καλοπροαίρετους με άλλα λόγια ανθρώπους) – προς τή μεριά τής ζωντανής (δημοτικής) καταγραφότανε αμέσως και ανερυθρίαστα ως λάθος : Τί ωραία !  (Ήτανε, θυμάμαι, μια οδύνη η παρακολούθηση, αλλά γινότανε.) Ο κύριος Μπαμπινιώτης (ο οποίος μπήκε στο πανεπιστήμιο κάπου μέσα στη χούντα, και οπωσδήποτε «δίδαξε» στη χούντα (και τό ξέρω διότι τόν είχα εγώ καθηγητή, και τότε δεν μπορούσα να τόν παρακολουθήσω) (γιατί μέ ενδιέφερε εμένα η (κανονική) γλωσσολογία από παλιά)) κατάφερε λοιπόν, αθώος και ορεξάτος να κάνει με μια εκπομπή (ουδέτερη) στην τηλεόραση, ό,τι δεν καταφέρανε οι αιώνες : έναν (καλοπροαίρετο) (αλλά μοιραία απαίδευτο) λαό να ντρέπεται για τήν γλώσσα που μιλάει, και να θέλει να μάθει να τήν μιλάει «καλύτερα» – και να νομίζει ότι θα γίνει αυτό στην εκπομπή τού κ. Μπ. [ Η μεγάλη πονηριά τού κ. Μπ. ήταν ότι πόνταρε, πάντα, στο «υπαρκτό» : και τό υπαρκτό τής καθαρεύουσας είναι σίγουρα πιο οργανωμένο από εκείνο τής δημοτικής, που είναι μία γλώσσα εν κινήσει και που ακόμα φτιάχνεται. Κι αν έχουμε και τά «παράσιτα» τού κ. Μπ. θ` αργήσει όντως πολύ τό να φτιαχτεί για τά καλά. ] Τέλος πάντων.

   Κάπου εκεί νομίζω, αν θυμάμαι και καλά, μπήκε εντέλει στη σκηνή ο Γιάννης Χάρης (είμαστε και χιαστί συνώνυμοι –) μ` ένα μικρό κομματάκι μια φορά τή βδομάδα, στα «Νέα», και καταλαβαίνω τί τόν ώθησε στο (αρχικά, όπως φαινόταν) απονενοημένο αυτό διάβημα : Εμένα μού `γινε παρηγοριά όμως αυτός ο άνθρωπος, ό,τι κι αν πέρασε : Να `ναι καλά. (Ούτε τόν ξέρω, ούτε τόν έχω συναντήσει και ποτέ. Μία φορά τού έστειλα ένα βιβλίο μου, έχω τήν υποψία ότι δεν τό διάβασε. Πού να προλάβει, έχοντας να κυνηγάει και τίς αρλούμπες που μάς κυνηγάνε κατά πόδας – και κάνει και τίς μεταφράσεις του. Κι έχει και τό μπλοκάκι του εδώ. Και πάλι : να `ναι καλά. (Τώρα πια στην εφημερίδα έχει ολόκληρη σελίδα, και δικαίως.) Μ` έκανε «ν` απιστήσω προς τό σύστημά μου» που θα έλεγε και ο Φλωμπέρ : μ` έκανε δηλαδή ν` ανοίγω εφημερίδα με χαρά επιτέλους.)

   και, για να μην είμαστε μόνο απαισιόδοξοι, νά και τό πιο ευχάριστο : Βλέπω κι ακούω, γύρω μου, πράγματα που δείχνουν ότι η – αργή και μεθοδική – δουλειά τού Γιάννη Χάρη έχει πιάσει τόπο : Κι ενώ οι αντεπιθέσεις τού κ. Μπ. συνεχίζονται, και εξελίσσονται, και ελίσσονται, κάποια απ` τά πράγματα που αποτελούν βασικούς κανόνες μιας αξιοπρεπούς γλώσσας, εξαιτίας τού Γιάννη Χάρη και τής (ιώβειας) υπομονής του, έχουν γίνει πλέον κατανοητά : ακούω τήν αλλαγή διάχυτη – εκείνο τό γελοίο «τής Σαπφούς» (όταν, όπως τόνισε και εκείνος, κι ο Ελύτης [ που ασφαλώς και δεν τού άρεσαν, και τούς κορόιδεψε, τούς «αριστερούς» μανιχαϊσμούς τής «δημοτικής» στη μεταπολίτευση ] λέει «τής Σαπφώς») δεν ακούγεται και τόσο πια : Τί ευρηματικότητα, και χιούμορ, και ζωντάνια επιτέλους (γλωσσική) να τό συνδέσει με τό «τής Γωγούς». Τό ότι ήτανε τελικά, αυτή, μια γλώσσα «τής μαντάμ Σουσούς» τό καταλάβαμε επιτέλους – εννοώ οι περισσότεροι.

 

   

    πρέπει να κλείσω (προς τό παρόν). [ Στο μέλλον (ξέρω ότι) θα (μού `ρθει όρεξη να) μιλήσω και για τούς νεότερους υπερασπιστές τής δημοτικής που είναι άκρως και δημιουργικοί και αποτελεσματικοί (και που κυκλοφορούν (καθόλου συμπτωματικό και αυτό) εδώ στο ιντερνέτι – όπως τό λέει ο εργατικότερος και ίσως δημιουργικότερος (ώστε δικαίως – και παρηγορητικά – τό μπλογκ του βρίσκεται στα καλύτερα κινούμενα τής wordpress σχεδόν μονίμως) εκπρόσωπός τους ο Νίκος Σαραντάκος – όσοι ασχολείστε με τά γλωσσικά τόν ξέρετε) ή ας πούμε τίς ανορθογραφίες που ανεβάζουν και μεγάλα θεωρητικά ποστ – προσωπικά λυπάμαι που γράφουν σχεδόν σπανίως ].  Θέλησα όμως να ξεκινήσω σήμερα αυτή τή σειρά τών γλωσσικών, απ` τή μια μεριά εξαιτίας τού θανάτου* τού Λεβί–Στρως (σίγουρα θα γράψω γι` αυτόν περισσότερα – ρίχτε όμως μια ματιά αν θέλετε στη συζήτηση που έγινε στο tvxs, είναι ενδιαφέρουσα – και από γλωσσικής, και από ανθρωπολογικής απόψεως) – αλλά και γιατί έπρεπε να βάλω κι εγώ τό χαλίκι μου κάποια στιγμή στο να μην ξεχνάμε ότι οι αντεπιθέσεις, με τήν δικιά τους (ιώβειο) υπομονή, συνεχίζονται κι αυτές – και μάλιστα από άλλους, νεότερους : Διότι η πονηρή «διδακτική» τακτική τού κ. Μπ. υιοθετείται και από νεότερους, όχι στην ηλικία αναγκαστικά τώρα, «καθαρούς» : Γράφοντας για παράδειγμα πριν κάμποσο καιρό σ` ένα αγαπητό περιοδικό ένα άρθρο (λίγο πριν κλείσει) μιλούσα (με θυμό) για κάποιον κύριο κριτικό σε – προοδευτική – εφημερίδα που έγραψε με ειρωνική διάθεση για τήν Ελισάβετ Μαρτινέγκου – τής έκανε τή χάρη να τήν θεωρήσει «συμπαθή» : Αυτά εμένα μέ θυμώνουνε, γιατί δεν οφείλονται σε άγνοια ( : ειδικά ο κύριος αυτός δεν πρέπει να είν` αμόρφωτος : είχε κι έναν μπαμπά από πίσω του, που τού διεύρυνε φαντάζομαι τίς βάσεις – ώς τήν λογοτεχνία δηλαδή – πέρα από τήν ξερή φιλολογία – κι επιστημοσύνη του. Κρατάει όμως γερά τά (ασφαλή) στενά τού μισογυνισμού ως, σε πολλούς κυρίους, είθισται : ) Και έτσι, σε κριτική του, πριν από (αρκετό είν` η αλήθεια πια) καιρό, για κάποιο άλλο βιβλίο, έψεξε ευγενικά (και με καλοσύνη) τόν μεταφραστή, για κάποιες αβλεψίες (προσέξτε τή συγκατάβαση σοφού, λευκού κι αρσενικού – για να μιλήσουμε με όρους, λόγω ας πούμε Στρως, ανθρωπολογίας – δεν είπε «λάθη») και ως αβλεψία χαρακτηρίζεται λοιπόν η λέξη διαιτήτρια που (όπως φαίνεται) εισήγαγε στη μετάφρασή του ο άνθρωπος :

   μόνο που, βέβαια, η λέξη διαιτήτρια δεν είναι αβλεψία, είναι συνειδητή επιλογή και μάλιστα κατασκευή εκ τού μη όντος, ενός έντιμου γλωσσικά ανθρώπου** που θέλει να φτιάξει τό θηλυκό γένος μιας λέξης – και μιας πραγματικότητας – που, ώς τώρα, υπήρχε μόνο στο αρσενικό. { Ας έλεγε, ο κύριος κριτικός ευθέως, ότι δεν θέλει να υπάρξει η εξέλιξη αυτή στη γλώσσα, θα τόν καταλάβαινα καλύτερα : Γιατί δεν θα `ταν μόνος του, πολλοί δεν θέλουνε να υπάρξει αυτή η εξέλιξη και στη ζωή. Οι γυναίκες θα τούς είναι πάντα δηλαδή τό περισσότερο συμπαθείς όπως ας πούμε λέμε συμπαθές ζωάκι. Καπέλο τους σ` αυτήν τήν περίπτωση και μαγκιά τους, ας γράφουν ό,τι θέλουνε, στη ζωή όμως, δεν θα τά καταφέρουνε να πάρουνε τό πάνω χέρι. Και διαιτήτριες θα υπάρξουν, όπως υπάρχουν (ήδη) και καθηγήτριες, και υπήρξανε (από παλιά) και – κάποιες – ποιήτριες : θέλουνε–δεν θέλουνε. Αν και μπορεί στο τέλος και να θελήσουνε... Τί να κάνουμε... πέρα από τό ότι ποτέ δεν είναι αργά να δει κανείς τό φώς τό αληθινόν, υπάρχουν και πιο πολύπλοκα συμφέροντα για έναν συγγραφέα – όπως τό ποιος αγοράζει, και κυρίως τό πόσοι αγοράζουν τά βιβλία του στο κάτω-κάτω. Εγώ είμαι αισιόδοξη ότι δεν θ` αργήσει ο καιρός που κι οι γυναίκες στην ελλάδα θα κάνουμε ένα είδος μποϋκοτάζ στα βιβλία αντρών που δεν ντρέπονται να είναι φανερά μισογύνηδες... Ώς τότε ας χοροπηδάνε οι απόγονοι συγγραφέων όπως χοροπηδάνε κι οι απόγονοι πολιτικών... Στο κάτω-κάτω θα πήγαινε πολύ να `χουμε βάλει σαν γυναικείος πληθυσμός στη θέση τους τούς μεν, όταν δεν έχουμε βάλει ως γενικός πληθυσμός στη θέση τους τούς δε...
   εν πάση περιπτώσει τού μπαμπά του τού συγκεκριμένου τά βιβλία τά διάβαζα στο γυμνάσιο εγώ, και τότε μού αρέσανε [ εκείνη η «Νόμιμη» ! Τί γοητεία που μπορούσε να ασκήσει είν` η αλήθεια σ` έναν έφηβο...  ]}

  ώρα, βέβαια, εκείνο τό περιοδικό (στο οποίο μπόρεσαν οι ζωντανές κατευθύνσεις τής γλώσσας μας να περιγραφούν τόσο άνετα ως αβλεψίες) έχει πάψει ουσιαστικά να υπάρχει – δηλαδή μεταλλάχτηκε σε τέτοιο βαθμό, που ουσιαστικά έκλεισε – και ύστερα ξανάνοιξε σαν κάτι τελείως άλλο και διαφορετικό – και είναι θέμα και πειρασμός (μεγάλος) άλλου ποστ δηλαδή τό πώς και πόσο σέβονται οι εφημερίδες μας τό αναγνωστικό τους κοινό ώστε ν` αλλάζουν τή διεύθυνση και τούς συνεργάτες τών (πιο καθιερωμένων) εντύπων μ` έναν τρόπο τόσο περιφρονητικό, ώστε απ` τήν άλλη μεριά να γίνεται και χρήσιμος : γίνεται χρήσιμος για να αποδειχτούν αυτά που έλεγα στα κουτουρού δηλαδή κι εγώ περί τών διάφανων και αξιοκρατικών διαδικασιών που αναδεικνύουν τούς «κριτικούς» και τίς «κριτικές» μας... Και τά λέω αυτά, ενώ σε καμία εκτίμηση ιδιαίτερη δεν είχα τή «βιβλιοθήκη» τής «ελευθεροτυπίας» με τό παλιό της «συνεργείο», ελαχιστότατες στήλες διάβαζα και τούς περισσότερους καθόλου δεν τούς εκτιμούσα, ούτε για τά γραφόμενά τους ούτε για τό «κριτικό» τους ήθος, ούτε για τό «αντιγραφικό» και «μεταφραστικό» τοιούτο... Καθόλου περιέργως βέβαια κάποιοι απ` αυτούς (κι απ` αυτές) είχαν τήν αναξιοπρέπεια να δώσουν γην και ύδωρ και στη νέα διεύθυνση – καθόλου περίεργο, κι ας εξωπεταχτήκαν εξευτελιστικότατα αρχικά... Δεν χαίρομαι να επιβεβαιώνω τήν αθλιότητα κάθε τόσο, μην νομίζετε...

   

   και ούτε όλο αυτό σημαίνει ότι μού είναι απολύτως αντιπαθής η νέα «βιβλιοθήκη» υπό τόν Γιώργο Χρονά... τόν οποίο ουδόλως κατά τά άλλα ούτε γνωρίζω, ούτε εκτιμώ ιδιαιτέρως σαν ποιητή... Αλλά εν πάση περιπτώσει, ο καθείς και οι κύκλοι του... Δεν κάνει κακό να γνωρίζουμε κι άλλους κύκλους, κι αυτοί θα προωθήσουν τούς δικούς τους, κι εμείς θα `χουμε για λίγο νέα θεάματα, μέχρι να τά σιχαθούμε εκ βάθους καρδίας κι αυτά... Προς τό παρόν διαβάζω τή Μαρία Λαϊνά – έχει ζωντάνια και ποιότητα η στήλη της – στο κάτω-κάτω ποιήτρια είναι η γυναίκα –, και τόν Φώτη Τερζάκη – με τή γνωστή του εγκυρότητα. Κέρδος είναι κι αυτό. Αλλά ξέφυγα απ` τά γλωσσικά...  ]

   λοιπόν σύντομη και συνοπτική σάς είπα αλλά – μπορεί και να – σάς κούρασα : όμως για τή ζωή μας μίλαγα, μέ νοιάζει (από επαγγελματική διαστροφή) και η δικιά σας όσο κι η δικιά μου.

 

nobilior est vulgaris
η λαϊκή η γλώσσα είν` ευγενέστερη

  Dante Alighieri, De Vulgari Eloquentia (Η εκφραστικότητα τής λαϊκής γλώσσας)
(περίπου 13oo) 

και :

υποτάξου πρώτα στη γλώσσαν τού λαού, και αν είσαι αρκετός, κυρίεψέ την
 Σολωμός
   (που με βιά κι εμείς τόν ξέρουμε από τούς εθνικούς τούς ύμνους τών γηπέδων)
(πριν από 2 αιώνες)

 

 

   lapsus mentis : ολίσθημα νοήσεως (σ` αντίθεση με τό απλό ολίσθημα και γλώσσας και γραφίδας : )

   Άφησα συνειδητά τό παραπάνω κείμενο με μια δικιά μου αβλεψία : Όταν γύρισα (με τήν αφορμή ας πούμε τής ανάρτησης) στη «βιβλιοθήκη» για να επιβεβαιώσω ότι όντως είχε θυμώσει με τήν λέξη «διαιτήτρια» ο κύριος Στάντης Ρένου Αποστολίδης (μην τόν αδικήσω κιόλας ! ) – (μού φαινόταν, όντως, υπερβολικά, εξωπραγματικό – τόσο αφελής μερικές φορές είμαι –) είδα ότι όχι μόνο δεν τόν είχα αδικήσει, αλλά τόν είχα αθωώσει κιόλας σχεδόν ασυνείδητα : Γιατί ο ίδιος δεν χαρακτήρισε (τήν λέξη «διαιτήτρια») ως αβλεψία αλλά ως αστοχία κιόλας.
   Αιώνιε (– πάγκαλε –) Φρόϋντ ! Πόσο εύστοχοι είναι οι άνθρωποι στις αστοχίες τους : Αυτός ο κύριος δεν αντιμετωπίζει απλώς με συγκατάβαση τήν γυναικεία πλευρά τής πραγματικότητας (και τών λέξεων) : προειδοποιεί επιπλέον κιόλας όποιον άλλον άντρα τήν αναγνωρίζει ότι κάπου έχει χάσει τόν στόχο του : ότι δεν στοχεύει σωστά : Πόσο αληθινό !  Δεν πρόκειται περί «ματιάς» αλλά περί «στόχου» : – έναν πόλεμο έχει μονίμως στο μυαλό του κι όχι απλώς μια αισθητική διάσταση τό εξουσιάζον γην και ύδατα (αιώνιο ; ) (και καλλιεργημένο ; ) αρσενικό : τί δηλητηριώδες λάθος διάνοιας και διανόησης πράγματι – οι κύριοι τών λογισμών μας θα λογικευτούν άραγε (στην ελλάδα) και ποτέ ;
   Αλλά για να μην είμαστε (άλλο) αφελείς, εγώ (ήδη) τούς ακούω (κάποιους) να κλωτσάνε από μέσα τους : «εγώ άντρας γεννήθηκα και άντρας θα πεθάνω». Να μην τούς χαλάμε τό λογικό

 

 

« (...) 

   Κ` ήταν τό ίδιο και με τήν Πέτρα – κι ας ήτανε γυναίκα η Πέτρα /.../, κι ας ήταν όμορφη κ` ιδιαίτερα ζεστή (τό δέρμα της, τό χνώτο της καφτό, κερί σα να μύριζε, σαν τύχαινε αυτή νάναι δίπλα σου που άπλωνες τό χέρι και τή χάιδευες, ή ζύγωνε τό στόμα της και σού μιλούσε, ίσα στα δόντια, στα ρουθούνια...)
  Δεν έφευγε – ούτ` έδειχνε που άλλαζε γιατ` ήταν γυναίκα. Τό ίδιο ήταν.
(...) 
   Ήταν κάτι απαίσιο κι αβυσσαλέο! Η Πέτρα ήταν κι αυτή ασφαλώς ανάμεσά μας, κάπου στα σώματα, ήταν κι αυτή – τό δικό της σώμα ζεστό... κ` ήταν λοιπόν δυνατό... μες στο σκοτάδι αυτό /.../ ...για θάνατο έστω...δ υ ν α τ ό  ό μ ω ς  ή τ α ν  τ ώ ρ α  μ ό ν ο ... να τό χαρεί όποιος τό μπορούσε περισσότερο απ` όλους!.. Κ` η ίδια, όμοια αναίσχυντα πια θα τόθελε – ..ό π ο ι ο ς  τ ό  μ π ο ρ ο ύ σ ε, πλέοντας στο αίμα, ξεσκίζοντας, απωθώντας, σπαράζοντας άλλους!
   Δ έ  μ ά ς  έ β λ ε π ε  π ι α  κ α ν ε ί ς – αυτό ήταν!.. Κ α ν ε ί ς  π ι α  δ ε ν  ε ί χ ε  π ρ ό σ ω π ο!.. Ο καθένας ήταν πια στ` αλήθεια αληθινός!
   Η Λάμπα είχε σβήσει!
..............
   Αυτή, ήταν η μόνη αντίληψη που διέθετε για τόν έρωτα ο Κλέφτης τής «Νόμιμης».

(...) »

[ Ρένου Αποστολίδη: Η «Νόμιμη» (1959) ]

 

 

 

* ο (γαλλοεβραίος, αλλά ουσιαστικά κάτοικος γενικά τού πλανήτη) ανθρωπολόγος (και γλωσσολόγος εν μέρει – αλλά είναι μια ολόκληρη ιστορία τό πώς, στον αιώνα που μόλις έφυγε, η ανθρωπολογία έδωσε ένα γερό σπρώξιμο στη γλωσσολογία, όπως και πήρε η ίδια ένα γερό σπρώξιμο και απ` τήν εγελιανή διαλεκτική και απ` τήν ψυχανάλυση – κι αυτά τά λέω έχοντας απόλυτη επίγνωση τής επίδρασης επίσης ενός είδους θετικισμού πάνω στη σύγχρονη γαλλική σκέψη), πριν από λίγες μέρες λοιπόν έφυγε ήσυχα απ` τόν πλανήτη [ που κατάλαβε και εκτίμησε στο σύνολό του ] ο ανθρωπολόγος claude lévi - strauss : πέθανε όπως μάθαμε ειρηνικά στον ύπνο του, τά ξημερώματα τού σάββατου 31 οκτωβρίου, λίγες μέρες πριν κλείσει τά 101α γενέθλιά του  (είχε γεννηθεί στις 28 νοεμβρίου τού 19ο8).

 ** ο κύριος Παναγιώτης Σκόνδρας, μεταφραστής τού Κούρτσιο Μαλαπάρτε ("Καπούτ"), πρόλογος Αναστάση Βιστωνίτη, εκδόσεις "μεταίχμιο", (η κριτική τού Σ.Ρ.Α. στο τεύχος 5ο2 τής "βιβλιοθήκης", 9 μαΐου 2οο8).

 

 

 

     copyright © 2oo9 hari stathatou for her text and translation, all rights reserved // εικονογράφηση : από τήν "αλίκη στη χώρα τών θαυμάτων" (εικονογράφηση μεταγενέστερη υποθέτω, αλλά βασισμένη στις αρχικές μαυρόασπρες ξυλογραφίες τού john tenniel τού 1865) / από γκραβούρα τής αναγέννησης παριστάνουσα τόν οιδίποδα να λύνει τό αίνιγμα τής σφίγγας (1664) / τό εξώφυλλο από τήν επίσης αναγεννησιακή (πρωτοκυκλοφόρησε τό 1487) βίβλο τής εκκλησίας malleus maleficarum (οδηγίες για τό σωστό κυνήγι τών μαγισσών) / ο dante alighieri από τόν φίλο του ζωγράφο giotto, η μοναδική εν ζωή εικόνα τού δάντη απ` τήν οποία αντέγραψαν (και αυτοσχεδίασαν) (προς τό βλοσυρότερο) όλοι οι μετέπειτα : θλιμμένος ήταν ο δάντης, δεν ήταν στριμμένος... / ολόσωμο πορτραίτο τού διονύσιου σολωμού με ένδυμα τής εποχής του // οι φωτογραφίες : δική μου εκ τών ενόντων φωτογράφηση από ντοκυμαντέρ στη δημόσια τηλεόραση : η μία πάνω-πάνω τού ανθρωπολόγου κλωντ λεβί-στρως που έκανε όπως φαίνεται καλή δουλειά γιατί δεν ένιωθε ούτε στην εποχή που βρέθηκε ούτε και στον πλανήτη όμως που βρέθηκε πάρα πολύ άνετα / οι άλλες φωτογραφίες τού γλωσσολόγου noam chomsky ο οποίος ούτε κι αυτός ένιωθε πολύ άνετα εκεί που τόν έριξε η τύχη, και ήθελε όταν ήταν παιδί να πάει στην παλαιστίνη να λύσει τό παλαιστινιακό...

 

 

 

 
   
διάλογος με: 4 ►  
   


υπάρχει και άλλος τόπος
όμως

 

τείχη τοίχοι τύχη : εισαγωγικά

 

 

αθώα λευκά χαρτιά

εκτός από τά κείμενα άλλων που θα μπορείτε να διαβάζετε εδώ (και τά οποία είναι (είμαι βέβαιη) παντός καιρού) τά δικά μου γραφτά πάρτε τα σαν ημερολόγιο που θα απωθεί ηπίως τήν επιμελή αποθέωση τής επικαιρότητας (όσο για τό κοπυράϊτ, τόσο σ' εκείνα όσο και στις μεταφράσεις μου, που – κατά καιρούς – θα σάς παραθέτω, μού ανήκει βέβαια) αλλά
αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορείτε να τά αναπαράγετε αν θέλετε (φτάνει να αναφέρετε τήν πηγή – απλά και συνηθισμένα πράγματα που λέμε) *
(οι φωτογραφίες επίσης θαν' δικές μου αν σάς τό πω  – αλλά πολλές άλλες φωτογραφίες, πίνακες, σχέδια και γκραβούρες, αν δεν σάς πω κάτι άλλο, θα είναι από κάποια σελίδα ιντερνετική – και, φυσικά, όπου βρίσκω τό όνομα τού δημιουργού τό αναφέρω)



 

μπορείτε επίσης να δείτε (αν έχετε διάθεση μόνο για πεζογραφία) (και για λίγα ίσως πράγματα παραπάνω για μένα) τήν ιστοσελίδα μου  απολίτιστες τέχνες : εκεί είναι και εκτενέστατα τμήματα από τά (εκδομένα και ανέκδοτα) μυθιστορήματα που έχω μέχρι τώρα ετοιμάσει για εδώ  ^ < > # + = και θα ακολουθήσουνε, θέλω να ελπίζω σύντομα, και τά (ακόμα πιο) εκτενή τους κείμενα (ολόκληρα) : σκοπεύω να εκδόσω τά πάντα εναερίως δηλαδή στο ιντερνέτ



*
(επ' αυτού να θεωρώ ότι θα θεωρήσετε αυτονόητα τά όσα γράφει τό εξαιρετικό μπλοκάκι τής L' Enfant de la Haute Mer για τούς όρους αναδημοσίευσης)
και να συμπληρώσω ότι δεν είναι αξιοπρεπές να κλέβει κανείς άλλους, όταν έχει έναν εαυτό απ' τόν οποίο μπορεί να κλέψει ελεύθερα – και μην υποτιμάτε τή δημιουργικότητά σας : όσοι τό 'καναν τιμωρήθηκαν και τούς είδαμε να ασχημαίνουν.

© ο πίνακας τού τίτλου : david hockney : Not Very Big Blue Balls (λεπτομέρεια), 1991, oil on canvas (98,10 x 128,60 cm), η μαυρόασπρη φωτογραφία δικιά μου (δηλαδή τής γάτας μου) (τήν εποχή που δεν υπήρχανε ακόμα τά λαπτόπ) © ο πίνακας στο μπάνερ για τήν ιστοσελίδα με τά βιβλία μου (λεπτομέρεια) : δικός μου, 1989  ©  τό χαρακτικό με τούς κρεμασμένους : από τήν 1η έκδοση τών ποιημάτων τού françois villon, παρίσι 1489  ©

 

και τό άπειρο να συμφιλιωθούμε

giordano bruno stiftung / emily brontë
herbert marcuse / γιάννης ξενάκης
tom waits και david bowie
happy few / stachtes / silentcrossing
talisker μαύρη / talisker πορφυρή /
ροΐδης
αγριμολόγος / gatouleas / κελαηδίσματα
post.scriptum.inter - action και ο άλλος ρο
undantag και omadeon και ρενάτα
μπαλόνι κόκκινο / head-charge / κατερίνα
l' enfant de la haute mer και γιώργος μίχος
ο δρόμος με τίς φάμπρικες
/ geographies
έγκλημα και τιμωρία / tsironakos

φώτης τερζάκης / the act of touching
no budget / futura
maya's life / maya's playground
positive atheism και jane austen
heinrich von kleist / gregory markopoulos
emily dickinson ή walther von der
vogelweide

κι άλλα πολλά μπλοκάκια και σελίδες
και όχι μόνο για τή
γλώσσα και λοιπά
που θα τά πούμε εν καιρώ στις από
δίπλα
αριστερά πολυλογίες

 

 

τά εκδομένα μου βιβλία :

συνεργασίες :

 
από εκατό δρόμουs

χαρη λέει στο: 12 τό εγώ είναι άλλη :
ανώνυμα λέει στο: 12 τό εγώ είναι άλλη :
χαρη λέει στο: 21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
Aikaterini Tempeli λέει στο: 21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
Aikaterini Tempeli λέει στο: 21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
χαρη λέει στο: 2 τείχη τοίχοι τύχη
ανώνυμα λέει στο: 2 τείχη τοίχοι τύχη
χαρη λέει στο: 21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
undantag λέει στο: 21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
χαρη λέει στο: 8 μια ωραία μαργαρίτα εις τά δάση μια φορά ... ...
Aikaterini Tempeli λέει στο: 8 μια ωραία μαργαρίτα εις τά δάση μια φορά ... ...
χαρη λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
gatouleas λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
χαρη λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
Aikaterini Tempeli λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
χαρη λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
tsal λέει στο: 20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας
χαρη λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
ανώνυμα λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
ανώνυμα λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
κόκκινο μπαλόνι λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
ανώνυμα λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
head charge λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
χαρη λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
head charge λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
head charge λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
χαρη λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
Post.Scriptum.Inter-Action. λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
χαρη λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...
Post.Scriptum.Inter-Action. λέει στο: 19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...




αρχείο



νοέμβριος 2012(2)

21 : επιτάφια μπλουζ τού ιωάννη σεβαστιανού
9 σαβουάρ βιβρ

φεβρουάριος 2010(1)

20 choderlos de laclos : ... τό παράδοξο ως αφετηρία τής αλήθειας

δεκέμβριος 2009(2)

12 τό εγώ είναι άλλη :
19 ευχές με (τίς) ευκαιρίες...

νοέμβριος 2009(3)

γ υποκριτικό διάλειμμα
17 γλωσσικά
18 gottfried von strassburg

οκτώβριος 2009(2)

15 american stories (θετικισμός και πολυλογίες)
16 οι γάμοι

σεπτέμβριος 2009(2)

13 περί βιβλίων
14 υπό ξένην σημαία

αύγουστος 2009(8)

α β γ : γραψίματα και σχόλια
5 περί ψεμμάτων (συνέχεια) : καβάφης
6 καβάφης / περί έρωτος
7 γιατί η βία είναι μία αηδία
8 μια ωραία μαργαρίτα εις τά δάση μια φορά ... ...
β γενικές δοκιμές : απόπειρα μεταφοράς t. s. e.
10 τό θηρίο στο χαλί
11 περί αναρχίας ...

ιούλιος 2009(5)

1 χαρισμένα (και αντί εισαγωγής)
2 τείχη τοίχοι τύχη
3 τό χαλί τών επικαίρων
α διάλειμμα για τό μπλουζ τού πρίγκηπα
4 η τέχνη τής πολιτικής ψευδολογίας






άλλοι σύνδεσμοι









          επαφή

           



           Site Meter